Τρίτη, 3 Σεπτεμβρίου 2013

Ο «Σταυρός του Νότου», μουσικό σημείο προσανατολισμού

Αυτός ο δίσκος με το όνομα ενός αστερισμού, του πιο φωτεινού του νότιου ημισφαιρίου, είναι πάνω από τριάντα χρόνων, διατηρείται ωστόσο αλώβητος, ο χρόνος τον αγαπάει, και, κόντρα, του προσθέτει τιμή και αξία ώσπου έχει γίνει ανεκτίμητος. Αναντίρρητα είναι πια κλασικός και εις πείσμα της εποχής που κυκλοφόρησε έγινε και εμπορικότατος.
Άλλα τα ακούσματα τότε. Δεν μπορώ να αποφύγω το προσωπικό. Γυρίζοντας πίσω θυμάμαι ότι ήμασταν νέοι και οι φίλοι με κορόιδευαν που τον άκουγα, όχι ότι δεν ήταν εκείνοι, ας πούμε, του «ποιοτικού». Παρ’ όλα αυτά τους ξένισε. Εμένα, μου έδωσε την ευκαιρία κατά πρώτον να γνωρίσω τον Νίκο Καββαδία. Αυτόν τον μεγάλο ποιητή που με ταξίδεψε στις ανοιχτές θάλασσες, στους ωκεανούς, σε μέρη εξωτικά και άγνωστα. Και ας ζαλίζομαι πάνω στα καράβια, έτρεχα μαζί του τολμηρή και ατρόμητη να ζήσω και εγώ νοερά αυτές τις μοναδικές εμπειρίες που μας πρόσφερε με τις τόσο γλαφυρές εικόνες, τις περιγραφές, ό,τι παράξενο κι αληθινό δημιουργούσε η φύση από τη μια άκρη της γης μέχρι την άλλη, μαζί με τον έρωτα, τη φιλία, ανθρώπους κοσμοπολίτες, σκληρές συνθήκες ζωής, χούγια, και όλα αυτά τα συναισθήματα που είχα τότε την αίσθηση ότι μόνο οι ναυτικοί μπορούσαν να τα νιώσουν με αυτόν τον τρόπο.

Αυτή η ποίηση περιβλήθηκε με μια άρτια μουσική, η οποία όμως είχε απλότητα και σεμνότητα, δεν είχε φανφάρες, δεν ήθελε να υπερισχύσει, αντιθέτως φαινόταν ένας καθαρός σκοπός: Ο Θάνος Μικρούτσικος αγαπούσε την ποίηση του Καββαδία και ήθελε να τη μοιραστεί μαζί μας. Της έβαλε λοιπόν όλη αυτή την αγάπη που με μεγάλη χημεία αναμείχθηκε με την ύψιστη μουσική έμπνευση αυτού του καλού συνθέτη και ξεπήδησε φλέβα χρυσού.
Διακριτική συνοδεία μουσικής για να αναδειχθεί ο ποιητής. Τα τραγούδια που χρησιμοποίησε είναι από τις ποιητικές συλλογές «Πούσι», «Μαραμπού» και «Τραβέρσο». Η φωνή του Γιάννη Κούτρα, που ανέλαβε αυτό το βάρος, ιδανική, στέρεη, καθάρια, βγήκε από την ψυχή με μια θαυμάσια άρθρωση της ποίησης. Η αισθαντική φωνή του Βασίλη Παπακωνσταντίνου εκτελεί το «Μαχαίρι» και τον «Γουίλι», ενώ το ομώνυμο τραγούδι, τον «Σταυρό του Νότου», ερμηνεύει η Αιμιλία Σαρρή.
Ο Αλέκος Πατσιφάς, ιδρυτής και διευθυντής της LYRA, δεν είχε προβλέψει καλά όταν είχε πει στον Μικρούτσικο ότι δεν θα κατάφερνε να πουλήσει τίποτε ο δίσκος, παρότι ο συνθέτης μετά τη μεταπολίτευση είχε αρχίσει να ανατέλλει.

Ο Γιάννης Κούτρας
Γυριζόταν, λοιπόν, στις αρχές του 1980, μια τηλεοπτική σειρά με τίτλο «Πορεία 090» και ο σκηνοθέτης Τάσος Ψαρράς παράγγειλε στον Μικρούτσικο τη μουσική. Ο συνθέτης θεώρησε ταιριαστό για αυτή την υπερπαραγωγή τον Καββαδία, αφού από έφηβος ακόμη είχε καταπιαστεί να γράψει μουσική για τους στίχους του ναυτικού ποιητή, και παρουσιάζει μερικά τραγούδια στο σίριαλ. Όταν ήρθε η ώρα για να ηχογραφήσει ολόκληρο τον δίσκο και τον πήγε στον Πατσιφά, εκείνος διαβλέπει για την τύχη του δίσκου αποτυχία και μαζί με όλες τις άλλες επιφυλάξεις του είναι και οι τόσες άγνωστες λέξεις της ιδιωματικής ναυτικής γλώσσας. Κατά καλή τύχη, όμως, ενδίδει από αγάπη, και του τον προσφέρει ως δώρο. Η κριτική της εποχής εν γένει θάβει το έργο – δεν ήταν ιδιαίτερα στην επιφάνεια γαρ τότε ο Καββαδίας… Να όμως που ο χρόνος το κατέστησε αξεπέραστο και πήρε τη θέση του σε βάθρο.

Ο συνθέτης –δικαίωμά του βέβαια–, μετά την τόσο μεγάλη επιτυχία, τα τελευταία χρόνια έχει αποδυθεί ακόρεστα σε έναν αγώνα να παραλλάζει τα τραγούδια, που πολλές φορές δεν αναγνωρίζονται καν. Εξάλλου τα έχει δώσει σε πάρα πολλούς τραγουδιστές και χάνεται σιγά σιγά η μαγεία του αυθεντικού. Τι κρίμα, κατά τη γνώμη μας! Ο αστερισμός του «Σταυρού του Νότου» θεωρείται προμήνυμα μαρτυρίων, ας μη μαρτυρήσουν άλλο και τα τραγούδια αυτά… Ελπίζουμε, αφού και ο συμβολισμός του συγκεκριμένου αστερισμού είναι συνάμα και η ελπίδα.
Μ.Μ.

Γιάννης Κούτρας - Kuro Siwo


Πρώτο ταξίδι έτυχε ναύλος για το Νότο,
δύσκολες βάρδιες, κακός ύπνος και μαλάρια.
Είναι παράξενα της Ίντιας τα φανάρια
και δεν τα βλέπεις, καθώς λένε με το πρώτο.

Πέρ’ απ’ τη γέφυρα του Αδάμ, στη Νότιο Κίνα,
χιλιάδες παραλάβαινες τσουβάλια σόγια.
Μα ούτε στιγμή δεν ελησμόνησες τα λόγια
που σου `πανε μια κούφια ώρα στην Αθήνα

Στα νύχια μπαίνει το κατράμι και τ’ ανάβει,
χρόνια στα ρούχα το ψαρόλαδο μυρίζει,
κι ο λόγος της μες’ το μυαλό σου να σφυρίζει,
«ο μπούσουλας είναι που στρέφει ή το καράβι;»

Νωρίς μπατάρισε ο καιρός κι έχει χαλάσει.
Σκατζάρισες, μα σε κρατά λύπη μεγάλη.
Απόψε ψόφησαν οι δυο μου παπαγάλοι
κι ο πίθηκος που `χα με κούραση γυμνάσει.

Η λαμαρίνα! ...η λαμαρίνα όλα τα σβήνει.
Μας έσφιξε το kuro siwo σαν μια ζώνη
κι συ κοιτάς ακόμη πάνω απ’ το τιμόνι,
πώς παίζει ο μπούσουλας καρτίνι με καρτίνι.

Γιάννης Κούτρας – Γυναίκα


Χόρεψε πάνω στο φτερό του καρχαρία.
Παίξε στον άνεμο τη γλώσσα σου και πέρνα
Αλλού σε λέγανε Γιουδήθ, εδώ Μαρία
Το φίδι σκίζεται στο βράχο με τη σμέρνα.

Από παιδί βιαζόμουνα μα τώρα πάω καλιά μου.
Μια τσιμινιέρα με όρισε στον κόσμο και σφυρίζει.
Το χέρι σου, που χάιδεψε τα λιγοστά μαλλιά μου,
για μια στιγμή αν με λύγισε σήμερα δε με ορίζει.

Το μετζαρόλι ράγισε και το τεσσαροχάλι.
Την τάβλα πάρε, τζόβενο, να ξαναπάμε αρόδο.
Ποιος σκύλας γιος μας μούτζωσε κι έχουμε τέτοιο χάλι,
που γέροι και μικρά παιδιά μας πήραν στο κορόιδο;

Βαμμένη. Να σε φέγγει κόκκινο φανάρι.
Γιομάτη φύκια και ροδάνθη αμφίβια Μοίρα.
Καβάλαγες ασέλωτο με δίχως χαλινάρι,
πρώτη φορά σε μια σπηλιά στην Αλταμίρα

Σαλτάρει ο γλάρος το δελφίνι να στραβώσει.
Τι με κοιτάς; Θα σου θυμίσω εγώ πού μ’ είδες;
Στην άμμο πάνω σ’ είχα ανάστροφα ζαβώσει
τη νύχτα που θεμέλιωναν τις Πυραμίδες

Το τείχος περπατήσαμε μαζί το Σινικό.
Κοντά σου ναύτες απ’ την Ουρ πρωτόσκαρο εβιδώναν.
Ανάμεσα σε ολόγυμνα σπαθιά στο Γρανικό
έχυνες λάδι στις βαθιές πληγές του Μακεδόνα.

Βαμμένη. Να σε φέγγει φως αρρωστημένο.
Διψάς χρυσάφι. Πάρε, ψάξε, μέτρα.
Εδώ κοντά σου χρόνια ασάλευτος να μένω
ως να μου γίνεις, Μοίρα, Θάνατος και Πέτρα

Γιάννης Κούτρας – Εσμεράλδα


Ολονυχτίς τον πότισες με το κρασί του Μίδα
κι ο φάρος τον ελίκνιζε με τρεις αναλαμπές
Δίπλα ο λοστρόμος με μακριά πειρατική πλεξίδα
κι αλάργα μας το σκοτεινό λιμάνι του Gabes

Απά στο γλυκοχάραμα σε φίλησε ο πνιγμένος
κι όταν ξυπνήσεις με διπλή καμπάνα θα πνιγείς
Στο κάθε χάδι κι ένας κόμπος φεύγει ματωμένος
απ’ το σημάδι της παλιάς κινέζικης πληγής

Ο παπαγάλος σου `στειλε στερνή φορά το γεια σου
κι απάντησε απ’ το στόκολο σπασμένα ο θερμαστής
πέτα στο κύμα τον παλιό που εσκούριασε σουγιά σου
κι άντε μονάχη στον πρωραίον ιστό να κρεμαστείς

Γράφει η προπέλα φεύγοντας ξοπίσω "σε προδίνω"
κι ο γρύλος τον ξανασφυράει στριγγά του τιμονιού
Μη φεύγεις. Πες μου, το `πνιξες μια νύχτα στο Λονδίνο
ή στα βρωμιάρικα νερά κάποιου άλλου λιμανιού;

Ξυπνάν οι ναύτες του βυθού ρισάλτο να βαρέσουν
κι απέ να σου χτενίσουνε για πάντα τα μαλλιά.
Τρόχισε κείνα τα σπαθιά του λόγου που μ’ αρέσουν
και ξαναγύρνα με τις φώκιες πέρα στη σπηλιά

Τρεις μέρες σπάγαν τα καρφιά και τρεις που σε καρφώναν
και συ με τις παλάμες σου πεισματικά κλειστές
στερνή φορά κι ανώφελα ξορκίζεις τον τυφώνα
που μας τραβάει για τη στεριά με τους ναυαγιστές

Γιάννης Κούτρας - Federico Garcia Lorca


Ανέμισες για μια στιγμή το μπολερό
και το βαθύ πορτοκαλί σου μεσοφόρι
Αύγουστος ήτανε δεν ήτανε θαρρώ
τότε που φεύγανε μπουλούκια οι σταυροφόροι

Παντιέρες πάγαιναν του ανέμου συνοδειά
και ξεκινούσαν οι γαλέρες του θανάτου
στο ρογοβύζι ανατριχιάζαν τα παιδιά
κι ο γέρος έλιαζε, ακαμάτης, τ’ αχαμνά του

Του ταύρου ο Πικάσο ρουθούνιζε βαριά
και στα κουβέλια τότε σάπιζε το μέλι
τραβέρσο ανάποδο, πορεία προς το βοριά
τράβα μπροστά, ξοπίσω εμείς και μη σε μέλει

Κάτω απ’ τον ήλιο αναγαλιάζαν οι ελιές
και φύτρωναν μικροί σταυροί στα περιβόλια
τις νύχτες στέρφες απομέναν οι αγκαλιές
τότες που σ’ έφεραν, κατσίβελε, στη μπόλια

Ατσίγγανε κι αφέντη μου με τι να σε στολίσω;
φέρτε το μαυριτάνικο σκουτί το πορφυρό
στον τοίχο της Καισαριανής μας φέραν από πίσω
κι ίσα ένα αντρίκειο ανάστημα ψηλώσαν το σωρό.

Κοπέλες απ’ το Δίστομο, φέρτε νερό και ξύδι
κι απάνω στη φοράδα σου δεμένος σταυρωτά
σύρε για κείνο το στερνό στην Κόρδοβα ταξίδι
μέσα απ’ τα διψασμένα της χωράφια τα ανοιχτά

Βάρκα του βάλτου ανάστροφη
φτενή δίχως καρένα
σύνεργα που σκουριάζουνε σε γύφτικη σπηλιά
σμάρι κοράκια να πετάν στην ερήμην αρένα
και στο χωριό να ουρλιάζουνε τη νύχτα εφτά σκυλιά.

Γιάννης Κούτρας - Θεσσαλονίκη


Ήταν εκείνη τη νυχτιά που φύσαγε ο Βαρδάρης
το κύμα η πλώρη εκέρδιζεν οργιά με την οργιά
σ’ έστειλε ο πρώτος τα νερά να πας για να γραδάρεις
μα εσύ θυμάσαι τη Σμαρώ και την Καλαμαριά

Ξέχασες κείνο το σκοπό που λέγανε οι Χιλιάνοι
άγιε Νικόλα φύλαγε κι αγιά θαλασσινή
τυφλό κορίτσι σ’ οδηγάει παιδί του Μοντιλιάνι
που τ’ αγαπούσε ο δόκιμος κι οι δυο Μαρμαρινοί

Απάνω στο γιατάκι σου φίδι νωθρό κοιμάται
και φέρνει βόλτες ψάχνοντας τα ρούχα σου η μαϊμού
εκτός από τη μάνα σου κανείς δε σε θυμάται
σε τούτο το τρομακτικό ταξίδι του χαμού

Κάτω από φώτα κόκκινα κοιμάται η Σαλονίκη
πριν δέκα χρόνια μεθυσμένη μου είπες σ’ αγαπώ
αύριο σαν τότε και χωρίς χρυσάφι στο μανίκι
μάταια θα ψάχνεις το στρατί που πάει για το Ντεπό


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου