Παρασκευή, 15 Νοεμβρίου 2013

Κοντσέρτο για Πιάνο αρ. 1 του Τσαϊκόφσκι

Το Κοντσέρτο για πιάνο αρ. 1 σε σι ύφεση ελάσσονα αρ. 23 συνέθεσε ο Πιοτρ Ίλιτς Τσαϊκόφσκι από τον Νοέμβριο του 1874 ως τον Φεβρουάριο του 1875.
Είναι μία από τις πιο δημοφιλείς συνθέσεις του συνθέτη και ένα από τα πιο γνωστά κοντσέρτα για πιάνο.
Η πρώτη σύνθεση δέχθηκε αυστηρή κριτική από τον Νικολάι Ρουμπινστάιν, αγαπημένο πιανίστα και δάσκαλο του συνθέτη. Αργότερα, ο Ρουμπινστάιν αποκήρυξε τις προηγούμενες κατηγορίες του και έγινε θερμός υποστηρικτής του έργου.
Ο Τσαϊκόφσκι, λαμβάνοντας σοβαρά την κριτική αυτή, αναθεώρησε το κοντσέρτο το καλοκαίρι του 1879 και τελευταία φορά τον Δεκέμβριο του 1888, δίνοντας τη μορφή που παίζεται σήμερα.
Έγραφε στη χορηγό του Φον Μεκ ο Τσαϊκόφσκι για την αντίδραση του Νικολάι Ρουμπινστάιν όταν άκουσε το Πρώτο Κοντσέρτο για Πιάνο: «Έπαιξα το πρώτο μέρος. Ούτε μία λέξη, ούτε μία παρατήρηση. Αν ήξερες μόνο πόσο απογοητευτικό είναι όταν κάποιος προσφέρει σε έναν φίλο του ένα “πιάτο” από το έργο του και εκείνος τρώει και παραμένει σιωπηλός... Οπλίστηκα με υπομονή και συνέχισα ως το τέλος. Πάλι σιωπή. Σηκώθηκα και ρώτησα: Λοιπόν;» Εν τέλει ο Ρουμπινστάιν εκφράστηκε: «...στην αρχή ήρεμα, έπειτα όλο και περισσότερο σαν τον Δία, τον κύριο των κεραυνών...».

Οι αντιρρήσεις του Ρουμπινστάιν σχετίζονταν κυρίως με τη λεπτή, σε μερικά σημεία, γραφή του μέρους του πιάνου έναντι μιας καταιγιστικής ορχήστρας και τα «αιρετικά» στοιχεία της δομής, όπως την εισαγωγή που θεωρούσε εντελώς ξεκομμένη από το υπόλοιπο έργο, παρατηρήσεις που μοιράστηκαν μαζί του πολλοί πιανίστες από τότε ως τις ημέρες μας. Το γεγονός οδήγησε φυσικά τον Τσαϊκόφσκι να αναθεωρήσει την απόφασή του να του το αφιερώσει. Έτσι, το κοντσέρτο αφιερώθηκε στον μεγάλο γερμανό αρχιμουσικό Χανς φον Μπίλοφ, ο οποίος διηύθυνε και την παγκόσμια πρώτη του. Έπειτα από 15 χρόνια ο Τσαϊκόφσκι αναθεώρησε κάποια σημεία με βάση τις παρατηρήσεις του Ρουμπινστάιν, ενώ εν τω μεταξύ εκείνος είχε περιλάβει το έργο στις συναυλίες του στις ευρωπαϊκές περιοδείες.
Έντονη κριτική ασκήθηκε και για το φολκλορικό στοιχείο του κοντσέρτου. Η χαρακτηριστική όμως ρωσική λαϊκή μελωδία που χρησιμοποιεί ο Τσαϊκόφσκι στο πρώτο μέρος και η ουκρανική στο τελευταίο μέρος του έργου αναπτύσσονται κατά τέτοιο τρόπο που δεν το περιορίζουν σε δείγμα έκφρασης μιας εθνικής σχολής. Αντίθετα πρόκειται για μια τόσο ιδιωματική γραφή που, όπως πολλά έργα του συνθέτη, δεν μπορεί παρά να εκφράζει ένα τελείως ιδιαίτερο τμήμα στις παρυφές της ρομαντικής μουσικής.
Η πρώτη παγκόσμια του έργου πραγματοποιήθηκε στις 25 Οκτωβρίου 1875 στη Βοστόνη, υπό την διεύθυνση του Μπένζαμιν Τζόνσον Λανγκ και σολίστ τον Χανς φον Μπίλοφ. Είχε επιτυχία στο κοινό, όχι όμως και στους κριτικούς.

Η πρεμιέρα στη Ρωσία έλαβε χώρα στις αρχές Νοεμβρίου του 1875 στην Αγία Πετρούπολη, ενώ στη Μόσχα πραγματοποιήθηκε στα τέλη Νοεμβρίου με τον Σεργκέι Τανέγιεφ ως σολίστ . Ο διευθυντής ορχήστρας δεν ήταν άλλος από τον Ρουμπινστάιν, ο ίδιος άνθρωπος που είχε επικρίνει συνολικά το έργο έναν χρόνο νωρίτερα. Ο ίδιος, κατόπιν, έπαιξε το σόλο μέρος πολλές φορές σε όλη την Ευρώπη.
Μουσικά όργανα: δύο φλάουτα, δύο όμποε, δύο κλαρινέτα, δύο φαγκότα, τέσσερα κόρνα, δύο τρομπέτες, τρία τρομπόνια, τύμπανα, σόλο πιάνο και έγχορδα.
Το κοντσέρτο ακολουθεί την παραδοσιακή μορφή του κοντσέρτου με τα τρία μέρη:
1.Allegro non troppo e molto maestoso – Allegro con spirito (B flat minor → B flat major)
2.Andantino semplice – Prestissimo (D flat major)
3.Allegro con fuoco (B flat minor → B flat major)
Το πρώτο θέμα του κοντσέρτου, που ακολουθεί την περίφημη εισαγωγή, προφανέστατα ανεξάρτητο από τα υπόλοιπα μέρη του κοντσέρτου, βασίζεται σε μια μελωδία που άκουσε ο συνθέτης να παίζουν τυφλοί μουσικοί ζητιάνοι στην αγορά της Καμένκα, κοντά στο Κίεβο.
Παρά την ιδιαίτερή του αξία, αυτό το πρώτο θέμα ακούγεται μόνο δύο φορές, και δεν επανεμφανίζεται καθόλου στο υπόλοιπο κοντσέρτο. Ωστόσο και τα τρία μέρη του κοντσέρτου είναι άρρηκτα συνδεδεμένα. Ο Τσαϊκόφσκι παρουσιάζει όλο το δομικό του υλικό με έναν αυθόρμητο λυρικό τρόπο και παράλληλα έναν άψογο τεχνικό σχεδιασμό.
Πηγές: Κάποια στοιχεία από το «ΒΗΜΑ» - 8.3.1998

Κοντσέρτο για Πιάνο αρ. 1 
Σολίστ η Martha Argerich



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου