Τετάρτη, 17 Ιουνίου 2015

Το Ρεμπέτικο του Ξαρχάκου και του Γκάτσου

Μια ελληνική ταινία το έναυσμα. Ο Κώστας Φέρρης ονειρεύτηκε να μεταφέρει στη μεγάλη οθόνη ένα έργο που να ακολουθεί όλη την πορεία του ρεμπέτικου τραγουδιού. Η ταινία έγινε. Το θέμα της, σε σενάριο του ίδιου και της Σωτηρίας Λεονάρδου, μια ρεμπέτισσα τραγουδίστρια, γεννημένη στη Σμύρνη του 1919, που έρχεται στην Αθήνα αναζητώντας την τύχη της. Περιπλανώμενη εκείνη, παράλληλα εκτυλίσσονται και τα δραματικά γεγονότα που θα καθορίσουν την ελληνική σύγχρονη Ιστορία της Ελλάδας – Μικρασιατική Καταστροφή, Παπάγος, έλευση της Δεξιάς, κ.ά. Η ταινία θεωρήθηκε επιτυχημένη και έλαβε την Αργυρή Άρκτο στο Φεστιβάλ του Βερολίνου (1984), ενώ στο Φεστιβάλ της Θεσσαλονίκης (1983) τα βραβεία καλύτερης ταινίας, πρώτου γυναικείου ρόλου (Σωτηρία Λεονάρδου), δεύτερου ανδρικού ρόλου (Δημήτρης Πουλικάκος), δεύτερου γυναικείου ρόλου (Θέμις Μπαζάκα) και το Ειδικό Βραβείο (Σταύρος Ξαρχάκος).
Μεγάλη ειρωνεία, η ταινία δεν απέσπασε κανένα βραβείο για τη μουσική της, παρότι τα τραγούδια θα συνδυάσουν τη μεγάλη εμπορική επιτυχία με την ποιότητα, παραμένοντας ανεξίτηλα στον χρόνο και αφήνοντας μια ανεκτίμητη παρακαταθήκη.


Ο Φέρρης τότε είχε απευθυνθεί στον Σταύρο Ξαρχάκο για να ντύσει με τη μουσική και στον Νίκο Γκάτσο για να γράψει τα τραγούδια του έργου. Ο Ξαρχάκος ανταποκρίθηκε δημιουργώντας ένα έργο ομολογουμένως τεράστιας αξίας. Η σύνθεση χρονολογείται το 1983, παρ’ όλα αυτά, ο Ξαρχάκος πάτησε πάνω στις ρεμπέτικες ρίζες, αφομοίωσε τη σπουδαία αυτή παράδοση και τη μεταφέρει με έναν ατόφιο προσωπικό τρόπο όμως και ένα βλέμμα σεβασμού και αγάπης προς τους μεγάλους δημιουργούς του ρεμπέτικου. Φαίνεται μάλιστα να συμπορεύεται χωρίς να ξεχωρίζει από αυτούς καθόλου. Θα φτιάξει ωστόσο κάτι φρέσκο, αλλά και τόσο αυθεντικό –χωρίς να ξεφεύγει από το είδος– το οποίο θα μείνει κλασικό στην ιστορία του ελληνικού τραγουδιού κρατώντας μια υψηλότατη θέση. Όλο το ρεμπέτικο ξεχειλίζει σαν μια σπουδή. Ένα εξαιρετικό έργο, μια μοναδική συλλογή για το ρεμπέτικο που παρόμοια δεν γράφηκε στη σύγχρονη εποχή μας. Όλοι οι άλλοι που επαίρονται ότι γράφουν ρεμπέτικα ακόμη, πιστεύουμε, ότι είναι ανάξιες απομιμήσεις.
Για τους στίχους του Νίκου Γκάτσου, του τόσο σημαντικού αυτού ποιητή μας, τι να πούμε; Όπως πάντα ο Γκάτσος, αυτός που είχε ακούσει τη φωνή, κατά τον Ελύτη, ένας αληθινός Έλληνας για τον οποίο καυχώμεθα, με το ιδιαίτερα λαϊκό χρώμα του και την υπέρτατη ποιητική του ευαισθησία, ματώνοντας, κατέθεσε την ψυχή του. Και όντως μεγαλούργησε, και, με καταλυτικό τρόπο, απογείωσε το έργο!

Η σύντροφος του Νίκου Γκάτσου, Αγαθή Δημητρούκα, σε ένα κείμενό της με τίτλο «Το ταξίδι» στο «Ημερολόγιο 1999» των εκδόσεων «Διάμετρος», γράφει για το πώς γεννήθηκαν τα τραγούδια:
«Όταν έγραφε τους στίχους για το “Ρεμπέτικο” μου έδινε την εντύπωση, αυτός που ένιωθε και έπραττε τόσο μακριά από κάθε εξουσία και εξουσιαστή, πως είχε την ανώτερη εξουσία και την μεγαλύτερη δύναμη στα χέρια του. Έγραφε παντού. Στο διαμέρισμα που μέναμε στην Κυψέλη («Στης πίκρας τα ξερόνησα», «Μπουρνοβαλιά», «Το δίχτυ»), στο σπίτι μου στο χωριό μου, όπου είχαμε πάει για λίγες μέρες («Μάνα μου Ελλάς») και στο σπίτι της Μαρίας και του Σωτήρη Μουστάκα («Καίγομαι – καίγομαι»). Ήταν τα γενέθλια της λατρεμένης και σε μας κόρης τους και της πήγαμε δώρο μια κόκκινη γραφομηχανή. Παίζοντας ο Νίκος, άρχισε να γράφει:
“Καίγομαι καίγομαι
ρίξε κι άλλο λάδι στη φωτιά…”.
Όταν τελείωσε, μας είπε χαριτολογώντας, πως έγραψε κι εκείνος ένα “σκυλάδικο”…».
Και αλλού, στην πρόσφατη – εξαιρετικής γραφής – μυθιστορηματική αυτοβιογραφία της, με τίτλο «Πουλάμε τη ζωή χρεώνουμε τον θάνατο», η στιχουργός Αγαθή Δημητρούκα αναφέρει σχετικά για το Γκάτσο και την «πρόκληση» του «Ρεμπέτικου»:
«Είχε ξεκινήσει να γράφει τους στίχους… Μα, όσο κι αν έδειχνε ότι τους έγραφε αβασάνιστα, η καρδούλα του το ήξερε:
“Δεν έχω σπίτι πίσω για να ’ρθω
ούτε κρεβάτι για να κοιμηθώ
δεν έχω δρόμο ούτε γειτονιά
να περπατήσω μια Πρωτοχρονιά”.
Κι αρρώσταινε. Κι αν πρώτα πάθαινε ακατάσχετες ρινορραγίες, τώρα γκρεμιζόταν από τρομαχτικές κρίσεις χολής με υψηλό πυρετό…».

Στο σάουντρακ –διπλός δίσκος με εξώφυλλο έναν πίνακα του Γιάννη Τσαρούχη– τραγούδησαν ο Νίκος Δημητράτος, ο Τάκης Μπίνης, η Σωτηρία Λεονάρδου (στο δισκογραφικό της ντεμπούτο), ο Κώστας Τσίγγος, ο Κώστας Ματζόπουλος, ο Νίκος Μαραγκόπουλος και ο Σταύρος Ξαρχάκος:
«Μάνα μου Ελλάς», «Στης πίκρας τα ξερόνησα», «Καίγομαι – καίγομαι», «Μπουρνοβαλιά», «Εμένα λόγια μη μου λες», «Στην Αμφιάλη», «Το δίχτυ», «Στη Σαλαμίνα», «Το πρακτορείο». Το υλικό συμπληρώνουν δύο διασκευές παραδοσιακών τραγουδιών, «Τα παιδιά της Άμυνας» και «Ιμιτλερίμ». Υπάρχει ακόμα ένα τραγούδι, «Στου Θωμά», σε στίχους του Κώστα Φέρρη.
Επιθυμία του Ξαρχάκου ήταν να ηχογραφηθούν τα τραγούδια στο κέντρο «Το περιβόλι τ' ουρανού», για να έχουν την αίσθηση του ζωντανού, και μόνο τα ορχηστρικά στα στούντιο της Κολούμπια.
TEXNOGRAFIA
Πηγές:
music corner.gr
ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ, ΕΠΤΑ, Μάρτιος 2010.

Θα μπορούσε να ήταν και ο ύμνος μας
Μάνα μου Ελλάς

Δεν έχω σπίτι πίσω για να ’ρθώ
ούτε κρεβάτι για να κοιμηθώ
δεν έχω δρόμο ούτε γειτονιά
να περπατήσω μια Πρωτομαγιά.

Τα ψεύτικα τα λόγια τα μεγάλα
μου τα ’πες με το πρώτο σου το γάλα.

Μα τώρα που ξυπνήσανε τα φίδια
εσύ φοράς τα αρχαία σου στολίδια
και δε δακρύζεις ποτέ σου μάνα μου Ελλάς
που τα παιδιά σου σκλάβους ξεπουλάς.

Τα ψεύτικα τα λόγια τα μεγάλα
μου τα ’πες με το πρώτο σου το γάλα.

Μα τότε που στη μοίρα μου μιλούσα
είχες ντυθεί τα αρχαία σου τα λούσα
και στο παζάρι με πήρες γύφτισσα μαϊμού
Ελλάδα Ελλάδα μάνα του καημού.

Τα ψεύτικα τα λόγια τα μεγάλα
μου τα ’πες με το πρώτο σου το γάλα.

Μα τώρα που η φωτιά φουντώνει πάλι
εσύ κοιτάς τα αρχαία σου τα κάλλη
και στις αρένες του κόσμου μάνα μου Ελλάς
το ίδιο ψέμα πάντα κουβαλάς.

Δεν  έχω άγιο για να προσκυνώ
ούτε καντήλι σ' άδειο ουρανό.
Δεν έχω ήλιο ούτε αστροφεγγιά
να τραγουδήσω μια Πρωτομαγιά.

Της αμύνης τα παιδιά

Μια μέρα θα το γράψει η ιστορία
που έδιωξε απ’ την Αθήνα τα θηρία
που έδιωξε βασιλείς και βουλευτάδες
τους ψευταράδες και τους μασκαράδες

Και στην άμυνα εκεί όλοι οι αξιωματικοί
πολεμάει κι ο Βενιζέλος
που αυτός θα φέρει τέλος
και ο κάθε πατριώτης θα μας φέρουν την ισότης

Η Παναγιά που στέκει στο πλευρό μας
δείχνει το δρόμο στο νέο στρατηγό μας
τον ήρωα της εθνικής αμύνης
που πολεμάει και διώχνει τους εχθρούς

Της αμύνης τα παιδιά διώξανε το βασιλιά
και του δώσαν τα βρακιά του
για να πάει στη δουλειά του
τον περίδρομο να τρώει με το ξένο του το σόι

Έλα να δεις σπαθιά και γιαταγάνια
που βγάζουν φλόγες και φτάνουν στα ουράνια
εκεί ψηλά ψηλά στα σύνορά μας
τρέχει ποτάμι το αίμα του εχθρού

Της αμύνης τα παιδιά διώξανε το βασιλιά
της αμύνης το καπέλο έφερε το Βενιζέλο
της αμύνης το σκουφάκι
έφερε το Λευτεράκη

Καίγομαι

Όταν γεννιέται ο άνθρωπος
ένας καημός γεννιέται
όταν φουντώνει ο πόλεμος
το αίμα δε μετριέται

Καίγομαι καίγομαι
ρίξε κι άλλο λάδι στη φωτιά
πνίγομαι πνίγομαι
πέτα με σε θάλασσα βαθιά

Ορκίστηκα στα μάτια σου
που τα ’χα σαν βαγγέλιο
τη μαχαιριά που μου ’δωκες
να σου την κάμω γέλιο

Καίγομαι καίγομαι
ρίξε κι άλλο λάδι στη φωτιά
πνίγομαι πνίγομαι
πέτα με σε θάλασσα βαθιά

Μα συ βαθιά στην κόλαση
την αλυσίδα σπάσε
κι αν με τραβήξεις δίπλα σου
ευλογημένος να ‘σαι

Καίγομαι καίγομαι
ρίξε κι άλλο λάδι στη φωτιά
πνίγομαι πνίγομαι
πέτα με σε θάλασσα βαθιά

Το δίχτυ

Κάθε φορά που ανοίγεις δρόμο στη ζωή
μην περιμένεις να σε βρει το μεσονύχτι
έχε τα μάτια σου ανοιχτά βράδυ πρωί
γιατί μπροστά σου πάντα απλώνεται ένα δίχτυ
έχε τα μάτια σου ανοιχτά βράδυ πρωί
γιατί μπροστά σου πάντα απλώνεται ένα δίχτυ

Αν κάποτε στα βρόχια του πιαστείς
κανείς δε θα μπορέσει να σε βγάλει
μονάχος βρες την άκρη της κλωστής
κι αν είσαι τυχερός ξεκινά πάλι
μονάχος βρες την άκρη της κλωστής
κι αν είσαι τυχερός ξεκινά πάλι

Αυτό το δίχτυ έχει ονόματα βαριά
που είναι γραμμένα σ’ επτασφράγιστο κιτάπι
άλλοι το λεν του κάτω κόσμου πονηριά
κι άλλοι το λεν της πρώτης άνοιξης αγάπη

Αν κάποτε στα βρόχια του πιαστείς
κανείς δε θα μπορέσει να σε βγάλει
μονάχος βρες την άκρη της κλωστής
κι αν είσαι τυχερός ξεκινά πάλι
μονάχος βρες την άκρη της κλωστής
κι αν είσαι τυχερός ξεκινά πάλι

Το πρακτορείο

Το πρακτορείο
θολό και κρύο
κάποιοι μιλάνε για παράξενες βροχές
και το ταξίδι
σαν άγριο φίδι
γεμίζει φόβο τις αδύνατες ψυχές

Απόψε μοιάζουμε κι οι δύο
πιο πίσω `γω κι εσύ μπροστά
σα βραδινό λεωφορείο
που `χει τα φώτα του σβηστά
για μας ο κόσμος δεν τελειώνει
για μας ο κόσμος αρχινά
μα της καρδιάς το μαύρο χιόνι
δε θα μας βγάλει πουθενά

Το πρακτορείο
Θολό και κρύο
κάποιοι μιλάνε για παράξενες βροχές
και το ταξίδι
σαν άγριο φίδι
γεμίζει φόβο τις αδύνατες ψυχές

Άντρα και γείτονα και φίλε
στη φτώχεια και στην προσφυγιά
μια παγωμένη σπίθα στείλε
να σου την κάνω πυρκαγιά
Κι αν δεν καείς έλα κατόπι
που δε θα μείνει πια κανείς
για να γίνουμε πάλι ανθρώποι
στο κήπο της Γεθσημανής


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου