Παρασκευή 21 Φεβρουαρίου 2014

Η «Ρωμιοσύνη»: Γιάννης Ρίτσος - Μίκης Θεοδωράκης

Η Ρωμιοσύνη είναι πια για να την κλαις – με μαύρο δάκρυ, όπως λέει και ο λαός μας. Η ανάσταση δεν φαίνεται να σημάνει και οι καμπάνες έχουν αναμειχθεί σε μια συνωμοσία σιωπής… Στη μακραίωνη ωστόσο ιστορία της έχει γράψει πολλές ένδοξες σελίδες που την έχουν στέψει με δάφνες. Εν πολλοίς γνωστά. Και η ελληνική τέχνη, επίσης, σε τόσους και τόσους τομείς μάς έχει επιφυλάξει μέγα κλέος. Μια τέτοια ευλογημένη στιγμή σε μια ευτυχή συγκυρία ποίησης και μουσικής μαζί είναι η «Ρωμιοσύνη».
Ο κορυφαίος ποιητής μας Γιάννης Ρίτσος, που δικαίως χαιρέτισε ο Κωστής Παλαμάς με τη γνωστή ρήση «παραμερίζουμε ποιητή για να περάσεις», έγραψε τη «Ρωμιοσύνη» ανάμεσα στο 1945 και  στο 1947. Ολόκληρη την εποχή αυτή διέτρεξαν τόσα συγκλονιστικά γεγονότα: Κατοχή, Αντίσταση και μετά Συμφωνία της Βάρκιζας.

Τρίτη 11 Φεβρουαρίου 2014

Ο Μποροντίν Αλεξάντρ και οι στέπες της μουσικής του

(Αγία Πετρούπολη, 1833-1887)
Κορυφαίος Ρώσος ρομαντικός συνθέτης της Ρωσικής Εθνικής Σχολής του 19ου αιώνα, και επιστήμονας σημαντικός για τις έρευνές του πάνω στις αλδεΰδες (υποσύνολο οργανικών ενώσεων).
Ήταν μέλος της «Ομάδας των Πέντε» μαζί με τον Μίλι Μπαλακίρεφ, Νικολάι Κόρσακοφ, Μόντεστ Μουσόργκσι και Σεζάρ Κούι.
Πέθανε αιφνιδίως, λόγω της κλονισμένης του υγείας αλλά και της πίεσης από τη δουλειά του.
Από νωρίς εμφάνισε τα ολοφάνερα χαρίσματά του στις γλώσσες και στη μουσική και από τα μαθηματικά του χρόνια συνέθετε και έμαθε να παίζει πιάνο, φλάουτο και τσέλο.


Σπούδασε πρώτα στην Ιατροχειρουργική Ακαδημία και ειδικεύθηκε στη χημεία, και κατόπιν στη Δυτική Ευρώπη. Επιστρέφοντας έγινε καθηγητής χημείας στην Ιατροχειρουργική Ακαδημία. Παράλληλα, ως καταφύγιο ανάπαυσης από την επιστημονική του εργασία, συνθέτει την πρώτη του σημαντική Συμφωνία αριθ. 1 σε μι ύφ. μείζονα. Αργότερα άρχισε να συνθέτει τη Συμφωνία αριθ. 2 σε σι ελάσσονα την ίδια εποχή που ξεκίνησε την αριστουργηματική του όπερα Πρίγκιπας Ιγκόρ (η οποία όμως ολοκληρώθηκε μετά τον θάνατό του από τους Ρίμσκι Κόρσακοφ και Αλεξάντρ Γκλαζούνοφ). Η δεύτερη πράξη περιέχει τους πολυπαιγμένους πολοβτσιανούς χορούς.

Δευτέρα 20 Ιανουαρίου 2014

Ο «Σπάρτακος» του Χατσατουριάν - το μπαλέτο και η ταινία

Αράμ Ίλιτς Χατσατουριάν (Τιφλίδα 1903 - Μόσχα 1978).
Σοβιετικός συνθέτης, αρμενικής καταγωγής. Συνέθεσε μουσική για το Κοντσέρτο για πιάνο (1936) και το μπαλέτο Γκαγιανέ (1942), που περιλαμβάνει τον δημοφιλή και ρυθμικότατο Χορό των Σπαθιών. Τιμήθηκε δύο φορές με το Βραβείο Λένιν και είναι ο συνθέτης της μουσικής του αρμενικού εθνικού ύμνου.
Ως νεαρός επηρεάσθηκε από τη δυτική μουσική, και δη από τον Μορίς Ραβέλ. Στην Πρώτη του Συμφωνία (1935) και στα μεταγενέστερα έργα του αυτή η επιρροή υποχώρησε μπροστά στο ενδιαφέρον του για την εθνική κληρονομιά της αρμενικής λαϊκής μουσικής, καθώς και άλλων λαϊκών παραδόσεων της Γεωργίας, της Ρωσίας, της Τουρκίας και του Αζερμπαϊτζάν.

Πέμπτη 9 Ιανουαρίου 2014

Λεξικό του Ρεμπέτικου - Εγκυκλοπαιδικό, Ετυμολογικό

Το ρεμπέτικο τραγούδι στα περίπου 100 χρόνια της δημιουργίας του θα συμπεριλάβει και πολλές φορές θα ενσωματώσει μια μεγάλη ποικιλία από όρους. Σχεδόν όλοι οι όροι αυτοί έλκουν την καταγωγή τους από περιοχές που βρίσκονται εκτός του ευρύτερου ελλαδικού χώρου και από άλλες γλώσσες. Πρόκειται για έννοιες χαρακτηριστικές, συναφείς προς αυτές του ρεμπέτη, οι οποίες κάποιες περιόδους θεωρήθηκαν ακόμη και ταυτόσημες. Πολλές από αυτές, μάλιστα, επικράτησαν στη γλώσσα του λαού και τις χρησιμοποιεί πια καθημερινά και κατά κόρον.
Η αναζήτηση, ο εντοπισμός και προέλευση αυτών των λέξεων στα πλέον έγκυρα λεξικά (μεταξύ των οποίων το Μέγα Λεξικόν της ελληνικής γλώσσης των Liddell & Scott, το Λεξικόν της ελληνικής γλώσσης του Σκαρλάτου Βυζάντιου, η Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια του Πυρσού, το Λεξικό της κοινής νεοελληνικής του ΑΠΘ και το Λεξικό της Νέας Ελληνικής γλώσσας του Γ. Μπαμπινιώτη) αποδεικνύεται αποκαλυπτική και γεμάτη εκπλήξεις, ειδικά όσον αφορά τη γλωσσολογική και τη φιλολογική ερμηνεία αλλά και τον προσδιορισμό των κοινωνικών χαρακτηριστικών των ομάδων που καταγράφονται σε αυτούς τους όρους.

Τετάρτη 11 Δεκεμβρίου 2013

Νίκος Κοεμτζής - Το μακελειό και τα ζεϊμπέκικα

Απόκριες, Παρασκευή, 25 Φεβρουαρίου 1973. Ξημερώματα στο νυκτερινό κέντρο «Νεράιδα». Ο Νίκος, που μόλις έχει βγει από τη φυλακή για κλοπές, και ο Δημοσθένης Κοεμτζής, μαζί με έναν φίλο τους και δύο γυναίκες, βρίσκονται εκεί και διασκεδάζουν. Ύστερα από κάποιο επεισόδιο διώχνουν τις γυναίκες. Το ποτό ρέει άφθονο και η ατμόσφαιρα στην παρέα είναι φορτισμένη. Στο πάλκο επάνω τραγουδάει ο Κώστας Καρουσάκης. Ο Δημοσθένης σηκώνεται και παραγγέλνει τις «Βεργούλες» (πρωτότυπος τίτλος «Τα δυο σου χέρια πήρανε») του Μάρκου. Υπάρχει και μια άλλη εκδοχή, που δεν γνωρίζουμε να επιβεβαιώνεται, ότι το τραγούδι της παραγγελιάς ήταν «Τη ζούλα μου ανακάλυψαν», του Παναγιώτη Σκουρτέλη με πρώτη εκτέλεση από τον Δημήτρη Ευσταθίου. Εν τω μεταξύ, ο Καρουσάκης τελειώνει το πρόγραμμά του και λέει στον Τάκη Αθανασιάδη που ακολουθεί να παίξει το τραγούδι γιατί η παρέα είναι επικίνδυνη για σαματά και η ατμόσφαιρα μυρίζει μπαρούτι. Εκείνος ξεκινάει το τραγούδι αναγγέλλοντας μάλιστα ότι είναι παραγγελιά.
Εντούτοις, τρεις αστυνομικοί της Ασφάλειας σηκώνονται να το χορέψουν. Γνωρίζουν καλά τον Κοεμτζή –εξάλλου η Αστυνομία τού είχε προτείνει να γίνει χαφιές της Ασφάλειας, και εκείνος είχε αρνηθεί– επειδή είχε απασχολήσει τις Αρχές και είχε στοχοποιηθεί στο παρελθόν λόγω του κομμουνιστή και αντάρτη στον Εμφύλιο πατέρα του.

Πέμπτη 28 Νοεμβρίου 2013

Το «Καμπαρέ»... Το «Καμπαρέ»...

Το «Καμπαρέ» είναι ένα από τα μιούζικαλ-ορόσημα όλων των εποχών διεθνώς. Βασισμένο σε ένα βιβλίο με αυτοβιογραφικές ιστορίες («Goodbye Berlin», έκδοση 1939) του Κρίστοφερ Ίσεργουντ, ανέβηκε το 1951 στο Μπρόντγουεϊ με τον τίτλο «I am a Camera» και το 1966 έγινε μιούζικαλ σε σκηνοθεσία του Χάρολντ Πρινς, με τίτλο «Καμπαρέ».
Το 1972, με μια εντελώς ελεύθερη προσαρμογή, o Mπομπ Φόσι το αναδεικνύει σε μια όμορφη κινηματογραφική ταινία.
Το έργο διαδραματίζεται στο Βερολίνο στις αρχές της δεκαετίας του 1931, κατά τη διάρκεια της ανόδου του ναζισμού. Συνδεδεμένο με τα γεγονότα της εποχής, όλη η πλοκή του εκτυλίσσεται στο Kit Kat Klub, ένα άθλιο βερολινέζικο καμπαρέ, όπου παρελαύνουν εκεί όλες οι φιγούρες του. Στην ταινία παρουσιάζεται η σχέση δύο ζευγαριών, της 19χρονης περφόρμερ Σάλι Μπόουλς με έναν νεαρό φοιτητή από τη μια, και μιας ξεπεσμένης αριστοκράτισσας και ενός Εβραίου μανάβη, από την άλλη. Σημαντική θέση στο έργο έχει και ο κομπέρ, ο οποίος σχολιάζει σαρκαστικά όλα τα τεκταινόμενα. Φόντο, μια ηθικά εκφυλισμένη κοινωνία και η παρακμή της ίδιας της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης.

Δευτέρα 21 Οκτωβρίου 2013

Τα 18 Λιανοτράγουδα της Πικρής Πατρίδας, Ρίτσος - Θεοδωράκης

Η μαχόμενη πνευματική φύση του Γιάννη Ρίτσου, με την ποιητική αυθεντικότητά του, δημιουργεί «Τα 18 Λιανοτράγουδα» στην εξορία κατά παράκληση του Μίκη Θεοδωράκη για μελοποίηση (όπως ο «Επιτάφιος»). Ο αθάνατος ποιητής μας παραβιάζει τις καθιερωμένες φόρμες και τους στιχουργικούς κανόνες και γράφει 18 τετράστιχα στον παραδοσιακό 15σύλλαβο, που προσφέρεται κατά τη γνώμη του ως μέσο έκφρασης σε ώρες εθνικής κρίσης. Αυτά είναι: Αναβάφτιση, Κουβέντα με ένα λουλούδι, Καρτέρεμα, Λαός, Μνημόσυνο, Αυγή, Δε φτάνει, Πράσινη μέρα, Συλλείτουργο, Το νερό, Το κυκλάμινο, Λιγνά Κορίτσια, Τ' άσπρο ξωκλήσι, Επιτύμβιο, Εδώ το φως, Το χτίσιμο, Ο ταμένος, Τη ρωμιοσύνη μην την κλαις. Πιστός και συνεπής ο Ρίτσος όπως πάντα, όλη του η έμπνευση εκπορεύεται από τα κοινωνικοπολιτικά γεγονότα της Ελλάδας εκείνης της περιόδου.
Τα 16 τα έγραψε σε μία μέρα, τον Σεπτέμβριο του 1968, όταν βρισκόταν στην εξορία στο Παρθένι της Λέρου, ενώ τα υπόλοιπα [16 (Χτίσμο) και 17 (Ταμένος)] το 1970 στο Καρλόβασι της Σάμου, όπου ήταν πάλι σε περιορισμό. Η δικτατορία υπήρξε και αυτή μια μαρτυρική δοκιμασία για τον ποιητή, που ήταν πάλι άρρωστος, δεν ανέκοψε ωστόσο την παραγωγή του ούτε τον χείμαρρο των εκδόσεών του.
 Τα «18 Λιανοτράγουδα» έφτασαν στα χέρια του Μίκη, που ήταν αυτοεξόριστος στη Γαλλία, το 1969. Έντυπα κυκλοφόρησαν, αργότερα, προς το τέλος της χούντας. Ένα μικρό λιγοσέλιδο βιβλιαράκι –ένα κομψοτέχνημα– με υπέροχα καλλιγραφικά γράμματα του ποιητή της «Ρωμιοσύνης».