Παρασκευή 20 Απριλίου 2012

Ο Μενούσης - Ένα τραγούδι με ιστορία

Εποχή Τουρκοκρατίας. Μια αντροπαρέα γλεντοκοπά στο κρασοπουλιό. Η κουβέντα έρχεται στις όμορφες γυναίκες. «Όμορφη γυναίκα έχεις» λέει ο Μεχμέτ αγάς στον ομοτράπεζο Μενούση. «Πού την είδες;» «Στο πηγάδι να βγάζει νερό, και μου μίλησε». Δύσπιστος ο άλλος ρωτάει: «Κι αν την είδες, πες τι φόραγε;» «Κόκκινο φουστάνι είχε, παρδαλή ποδιά», έρχεται η απάντηση, πειστήριο μιας απιστίας. Πάνω στο μεθύσι και στη ζήλια του, ο Μενούσης πηγαίνει στο σπίτι και σκοτώνει την όμορφη γυναίκα του. Ξεμέθυστος την άλλη μέρα την κλαίει και την καλεί: «Σήκω χήνα, σήκω λυγαριά, να σε ιδούν τα παλικάρια να μαραίνονται, να σε ιδώ κι εγώ ο καημένος να σε χαίρομαι». Αυτή την ιστορία ζήλιας, δωρική, δυνατή και τραγική, αφηγείται το πασίγνωστο δημοτικό τραγούδι του «Μενούση» που τραγουδιέται και χορεύεται σε όλη την Ελλάδα, από την Ήπειρο ως τη Θράκη, από το Βόρειο Αιγαίο ως το Ιόνιο και από την Πελοπόννησο ως τη Θεσσαλία. Τραγούδι τόσο δημοφιλές, που καταγράφονται διαφορετικές παραλλαγές του ακόμη και από το ίδιο χωριό, ο «Μενούσης» πέρασε στη σχολική μουσική εκπαίδευση, είναι ζωντανός στη λαϊκή παράδοση και επιβιώνει ακόμη.

Τρίτη 17 Απριλίου 2012

Το σμυρναίικο τραγούδι

Η Σμύρνη πριν από την Καταστροφή
Η οικονομική άνθηση που σημειώθηκε στη Σμύρνη από τα μέσα του 19ου αιώνα και μέχρι την Καταστροφή είχε ως επακόλουθο την εντυπωσιακή πολιτιστική έκρηξη. Η παιδεία, με τα υψηλού επιπέδου εκπαιδευτικά ιδρύματα, ο αθλητισμός και ο πολιτισμός –είτε με την ελεύθερη διάδοση της γνώσης μέσα από τα βιβλία και τον Τύπο είτε με τις τέχνες, όπως το θέατρο και η μουσική– βρίσκονταν στην πρώτη γραμμή.
Εκείνη την περίοδο η πλουσιότατη μουσική ποικιλία δέχεται επιδράσεις από παντού: κλασικά ανατολίτικα μέλη, όπως οι αμανέδες και τα αστικά οθωμανικά κομμάτια από την πολίτικη παράδοση, τα παραδοσιακά μικρασιάτικα, μελωδίες από τα Βαλκάνια και τις περιοχές γύρω από τη Μαύρη Θάλασσα, αλλά και εντονότατες δυτικές επιδράσεις με ιταλικές καντσονέτες, οπερέτες και όπερες, γερμανικά ή άλλα ευρωπαϊκά τραγούδια της μόδας, ακόμη και ελληνοφανή αλλά δυτικότροπα.

Σμυρναίικη Εστουδιαντίνα
Η μουσική ζωή της Σμύρνης –ειδικότερα από το 1850 και μετά– επηρεάζει σημαντικά τόσο την περιοχή του Αιγαίου Πελάγους όσο και τις μεγάλες πόλεις της ηπειρωτικής Ελλάδας. Ομάδες μουσικών και τραγουδιστών από διάφορες εθνότητες (Έλληνες, Τούρκοι, Αρμένιοι, Εβραίοι, Άραβες, ακόμη και Ευρωπαίοι) που εγκαταστάθηκαν στις μεγάλες εστίες του Ελληνισμού όπως η Σμύρνη, Κωνσταντινούπολη κ.ά., δημιούργησαν μέσα από ζυμώσεις και ανταλλαγές, στη διάρκεια 60 χρόνων, από το 1860 ως το 1922, το πολύμορφο θαύμα που ονομάστηκε σμυρναίικο τραγούδι.
Το σμυρναίικο τραγούδι, συνεπώς, καλύπτει ένα ευρύτατο μουσικό φάσμα με επιρροές από όλα τα γεωγραφικά μήκη και πλάτη, από την πλειάδα των εθνοτήτων που συμβίωναν με Έλληνες.

Κυριακή 1 Απριλίου 2012

Ο Νονός (1972) - Νίνο Ρότα

Η πρώτη ταινία της τριλογίας πραγματεύεται την ιστορία του Δον Βίτο Αντολίνι Κορλεόνε και της οικογένειάς του, μιας από τις πέντε οικογένειες του οργανωμένου εγκλήματος στη Νέα Υόρκη.
Ο γιος του Δον Βίτο Κορλεόνε, Μάικλ, μόλις έχει γυρίσει από τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο και θέλει να συνεχίσει μια κανονική ζωή. Κάτι το οποίο δεν θέλει ούτε να ακούει ο Νονός, καθώς τον προορίζει για αρχηγό της Φαμίλιας. Ο Μάικλ τελικά θα αναλάβει την αρχηγία της Φαμίλιας μετά την αποτυχημένη απόπειρα δολοφονίας κατά του πατέρα του, από άντρες του Σολότσο, με τον οποίο και θα ξεκινήσει πόλεμο.
O Φράνσις Φορντ Κόπολα μεταφέρει στη μεγάλη οθόνη το δημοφιλές μυθιστόρημα του Μάριο Πούζο και κυριολεκτικά καταφέρνει να μαγέψει. Προσφέρει μια ταινία που έμελλε να μείνει στη ιστορία, μια ταινία που δεν μπορεί κανείς να πει ότι είναι κάτι λιγότερο από ένα αριστούργημα της 7ης τέχνης. Μια ταινία που αποτέλεσε το πρώτο μέρος της πιο θρυλικής ίσως, μέχρι σήμερα, τριλογίας και κατέχει μια από τις κορυφαίες θέσεις στην ιστορία του σύγχρονου κινηματογράφου. Το σενάριο υπογράφει ο Κόπολα, για τη συγγραφή του όμως ζήτησε τη συμβολή και του ίδιου του συγγραφέα.

«Ο Νονός» απέσπασε πολλά βραβεία, μεταξύ των οποίων:
  • Όσκαρ καλύτερης ταινίας.
  • Όσκαρ πρώτου αντρικού ρόλου (Μάρλον Μπράντο).
  • Όσκαρ σεναρίου.
  • Χρυσή Σφαίρα σκηνοθεσίας.
  • Χρυσή Σφαίρα δραματικής ταινίας.
  • Χρυσή Σφαίρα πρωταγωνιστή σε δραματική ταινία (Μάρλον Μπράντο).
  • Χρυσή Σφαίρα σεναρίου.
  • Χρυσή Σφαίρα μουσικής (Νίνο Ρότα).
  • Βραβείο Γκράμι μουσικής (Νίνο Ρότα).

«Ο Νονός» - Σκηνές από την ταινία


Άρρηκτα συνδεδεμένη με την ταινία είναι η εκπληκτική μουσική του Νίνο Ρότα, ο οποίος απέσπασε Όσκαρ το 1974 για τη μουσική επένδυση του δεύτερου μέρους της τριλογίας «Νονός ΙΙ». Ένα Όσκαρ που ίσως του «χρωστούσε» η Ακαδημία καθώς το 1972, όταν ήταν για πρώτη φορά υποψήφιος για το μουσικό θέμα της ταινίας «Ο Νονός», η Ακαδημία απέρριψε την υποψηφιότητά του με την αιτιολογία πως επαναλαμβάνονταν μουσικά μοτίβα ενός προηγούμενου σάουντρακ που είχε συνθέσει για την ταινία «Φορτουνέλα» του Εντουάρντο ντε Φίλιππο το 1958. Για τον λόγο αυτόν ο Ρότα δεν παρέστη στην απονομή του βραβείου του, το 1974.


«Ο Νονός» - A Tender Love Story


Τρίτη 27 Μαρτίου 2012

Μπλουζ

Ο όρος μπλουζ αναφέρεται στη λαϊκή μουσική των μαύρων Αμερικανών. Ένα είδος που «γεννήθηκε» στις αφροαμερικανικές κοινότητες των νότιον πολιτειών των ΗΠΑ στα τέλη του 19ου και στις αρχές του 20ού αιώνα και έφθασε στη δεκαετία του 1960 να αποτελεί το βασικό στοιχείο στην εξέλιξη της αμερικανικής μουσικής.
Μολονότι η συνοδεία οργάνων είναι σχεδόν καθολική, τα μπλουζ είναι κατά βάση φωνητικά. Περισσότερο λυρικά παρά αφηγηματικά, τα τραγούδια εκφράζουν κυρίως τη λύπη ή τη μελαγχολία στον έρωτα. Για πολλά χρόνια τα μπλουζ καταγράφονταν μόνο από μνήμης, ζωντανά και σε προσωπικό επίπεδο. Πρώτη τους εμφάνιση στο δέλτα του Βόρειου Μισισιπή μετά τον αμερικανικό εμφύλιο πόλεμο. Βασισμένα στις αφρικανικές ρίζες τους (μπαλάντες και ρυθμικούς χορούς) εξελίχθηκαν σταδιακά σε μουσική για έναν τραγουδιστή, που δημιουργούσε «διάλογο» ανάμεσα στη φωνή και στην κιθάρα του, τραγουδώντας έναν στίχο και απαντώντας οργανικά.
Επηρεάστηκαν από τα τραγούδια της δουλειάς και του αγρού, το ραγκτάιμ, τη θρησκευτική μουσική και την ελαφρά λαϊκή μουσική των λευκών. Ξεκίνησαν και παίχτηκαν κυρίως από νότιους έγχρωμους εργάτες της γης και οι πρώτες αναφορές στα μπλουζ χρονολογούνται από τη δεκαετία του 1890 ως τις αρχές του 1900. Το 1912 κυκλοφόρησε το τραγούδι «Memphis Blues», του Γουίλιαμ Κρίστοφερ Χάντι, το οποίο έγινε αμέσως πολύ δημοφιλές.
Τα πρώτα μπλουζ ακολουθούσαν, σε ό,τι αφορά το ρυθμικό τους πρότυπο, τον συχνά ακανόνιστο ρυθμό της φωνής, όπως φαίνεται σε ηχογραφήσεις της δεκαετίας του 1920, ακόμη και της δεκαετίας του 1930, από τους θρυλικούς Τσάρλι Πάτον, Μπλάιντ Λέμον Τζέφερσον, Ρόμπερτ Τζόνσον, Λάιτνινγκ Χόπκινς κ.ά. Οι πρώτες ηχογραφήσεις έγιναν στη δεκαετία του 1920 από μαύρες τραγουδίστριες όπως οι Μάμι Σμιθ, Με Ρέινι, Ίντα Κοξ Και Μπέσι Σμίθ.

Τρίτη 20 Μαρτίου 2012

Απόστολος Χατζηχρήστος

(Σμύρνη 1903 - Αθήνα 1959). Συνθέτης, στιχουργός, τραγουδιστής, οργανοπαίκτης. Γιος του Δημήτρη (Χρήστου το πραγματικό επώνυμο) από την Άνδρο και της Αναστασίας από τη Σάμο.
Σε μικρή ηλικία άρχισε μαθήματα πιάνου και ακορντεόν σε ωδείο, ενώ μιλούσε γαλλικά και τούρκικα. Σε ηλικία 17 ετών αιχμαλωτίσθηκε από τους Τούρκους. Η οικογένειά του φεύγει από τη Σμύρνη το 1922 και εγκαθίσταται στην Τζια. Ο ίδιος, με τη βοήθεια του επίσης αιχμάλωτου θείου του, δραπετεύει και μετά από έναν χρόνο καταφέρνει να βρει τους δικούς του.
Η οικογένεια παίρνει προσφυγικό σπίτι και μετακομίζει στο Τουρκολίμανο. Στις αρχές της δεκαετίας του 1930 γνωρίζεται με τον Στράτο Παγιουμτζή (συγγενής της γυναίκας του Γαρυφαλλιάς) και τους υπόλοιπους της «Τετράδας του Πειραιά» ενώ υπήρξε στενός φίλος με τον Γιάννη Παπαϊωάννου.
Εξαιρετικός συνθέτης και ερμηνευτής, μπορεί να θεωρηθεί η φωνή της Σμύρνης στο πειραιώτικο ρεμπέτικο. Η πρώτη του εμφάνιση στη δισκογραφία ήταν το 1937 με το Δεν ξέρω τι γυρεύεις σε μουσική Ευάγγελου Γρυπάρη και στίχους Μίνου Μάτσα, όπου τραγουδά μαζί με τον συνθέτη. Ακολούθησε, το 1938, ο πρώτος δίσκος με τα δικά του τραγούδια Γιατί σκληρή και άπονη και Έχω βαθιά τον πόνο.

Παρασκευή 16 Μαρτίου 2012

Ζορζ Μπιζέ - «Κάρμεν»

(Παρίσι 1838 - Μπουζιβάλ 1875). Γάλλος συνθέτης. Συνέθεσε για το λυρικό θέατρο έργα γεμάτα ζωντάνια και γραφικότητα (Αλιείς μαργαριταριών,1863, Αρλεζιάνα, 1872, Κάρμεν, 1875).

H «Κάρμεν» είναι μια όπερα σε τέσσερεις πράξεις. Το λιμπρέτο γράφτηκε από τον Α. Μεγιάκ και Λ. Αλεβύ, ενώ η νουβέλα είναι του Πρ. Μεριμέ. Η όπερα παίχθηκε πρώτη φορά στην Οπερά-Κομίκ του Παρισιού, στις 3 Μαρτίου 1875, αλλά το κοινό δεν τη δέχθηκε με ενθουσιασμό. Η ερωτική τσιγγάνα, οι λαθρέμποροι, και η παρακμιακή ατμόσφαιρα της παράστασης αποθάρρυναν του Παριζιάνους. Ο Μπιζέ δυστυχώς δεν έζησε για να δρέψει τις δάφνες από τη μετέπειτα επιτυχία του έργου του, αφού πέθανε σε πολύ νεαρή ηλικία (37 ετών) από καρδιακή προσβολή.

Η Κάρμεν είναι γραμμένη στο ύφος της οπερά-κομίκ και αφηγείται την ιστορία του δον Χοσέ, ενός στρατιώτη που σαγηνεύεται από τα θέλγητρα της φλογερής τσιγγάνας Κάρμεν. Ο Χοσέ εγκαταλείπει τα πάντα για χάρη της, όμως χάνει την αγάπη της Κάρμεν από τον γοητευτικό ταυρομάχο Εσκαμίλιο, οπότε ο Χοσέ τη σκοτώνει τυφλωμένος από το πάθος και τη ζήλια.
Οι μουσικολόγοι θεωρούν ότι η όπερα αυτή συνδέει με γέφυρα την παραδοσιακή οπερά-κομίκ και τον ρεαλισμό (ή τον verismo) που χαρακτήριζε την ιταλική όπερα του 19ου αιώνα. Σε γαλλικό ύφος, και με πολλές καινοτομίες που δεν έγιναν εύκολα αποδεκτές εκείνη την εποχή, χρειάσθηκε πρώτα να εξαπλωθεί η φήμη της εκτός Γαλλίας για να κερδίσει τη θέση που της άξιζε σε αυτό το είδος.
Η όπερα πλέον είναι από τις πιο διάσημες στον κόσμο και ξεχωρίζει για τη λαμπρότητα της μελωδίας της, της αρμονίας και της ενορχήστρωσης, και για τη συγκινησιακή έκφραση των χαρακτήρων του Μπιζέ.
Έχoυν γίνει πολλές χορογραφίες του έργου, ενώ ομότιτλες ταινίες σκηνοθέτησαν ο Ερνστ Λιούμπιτς (1918), ο Κ. Σάουρα (1983), ο Φρ. Ρόζι (1984), καθώς και ο Ότο Πρέμινγκερ που εμπνεύστηκε την ταινία Carmen Jones (1954).

Η «Κάρμεν» του Φραντσέσκο Ρόζι
Με τη Χούλια Μιγκένεθ


«Τορεαντόρ» με τον υπέροχο Ντμίτρι Χβοροστόφσκι



Κυριακή 11 Μαρτίου 2012

Δόμνα Σαμίου - στυλοβάτης της παράδοσης

(Καισαριανή 1928 - Αθήνα 2012).
Μια μεγάλη κυρία και μαζί φρουρός και προστάτης της παράδοσής μας. Ο σύγχρονος πολιτισμός μας και το δημοτικό μας τραγούδι της οφείλουν πολλά. Αεικίνητη, ακούραστη για το αυθεντικό και το αληθινό, διέγραψε έναν άκρως δημιουργικό κύκλο και έγραψε ιστορία. Αναζητούσε τις βαθιές ρίζες των παραδοσιακών τραγουδιών μας και την αυθεντικότητά τους. Όντας η ίδια τραγουδίστρια υπηρέτησε το είδος με μια υπέροχη φωνή και μια πιστότητα μοναδική, ενώ ως αυτήκοος μάρτυς των ανθρώπων που από τόπο σε τόπο της μετέφεραν τα τραγούδια τους, εκείνη τα κατέγραφε και τα διέσωσε.
Σε ηλικία μόλις 13 ετών μαθήτευσε δίπλα στον δάσκαλο Σίμωνα Καρρά, τον θεματοφύλακα της πολιτιστικής μας κληρονομιάς, του δημοτικού μας τραγουδιού, στον Σύλλογο προς Διάδοσιν της Εθνικής Μουσικής.
Ήταν παραγωγός στην ΕΡΤ της εκπομπής «Μουσικό Οδοιπορικό», και μας συντρόφεψε για πολλά χρόνια στα ταξίδια της απανταχού της Ελλάδας, με τα οποία μας έκανε γνωστά τα έθιμα και τη μουσική της πατρίδας μας.