Τετάρτη 3 Ιουλίου 2013

Όσο βαρούν τα σίδερα – το ιστορικό τους

Συμβαίνει κάποιες φορές να αμφισβητείται η κυριότητα ενός τραγουδιού και μάλιστα όταν ο χρόνος το έχει καταξιώσει ως ένα μεγάλο τραγούδι. Ένα από αυτά είναι και το «Όσο βαρούν τα σίδερα». Χρεώθηκε στα παραδοσιακά, ως ένα παρμένο μικρασιατικό. Το τραγούδι όμως ανήκει στον Στέλιο Φουσταλιεράκη (Φουσταλιέρη). Από ό,τι καταδεικνύεται ο Φουσταλιέρης πήρε δύο και μόνο στίχους, σημειωτέον μόνο στίχους, από ένα παραδοσιακό καθιστικό τραγούδι της Κωνσταντινούπολης του 1910, το οποίο ηχογράφησε στις ΗΠΑ το 1927 και η Μαρίκα Παπαγκίκα με τον τίτλο «Μπουρνοβαλιό». Παραθέτουμε αυτούς τους δύο στίχους του προαναφερθέντος τραγουδιού:
Βαρύτερ’ απ’ τα σίδερα, καλέ, είναι τα μαύρα ρούχα
Γιατί τα φόρεσα και γω για μιαν αγάπη που ’χα.
Η μελωδία αυτού του τραγουδιού φυσικά δεν σχετίζεται καθόλου με το εξαιρετικό δημιούργημα του Φουσταλιέρη. Το τραγούδι λοιπόν είναι δικό του και το κυκλοφόρησε το 1938 σε δίσκο με τη φωνή του Ιωάννη Μπερνιδάκη - Μπαξεβάνη.

Τετάρτη 26 Ιουνίου 2013

Ο Μάρκος εκδικητής και «Ισοβίτης»

Είναι ένα αυτοβιογραφικό τραγούδι, όπως πολλά τραγούδια του Μάρκου, με τις συνήθεις δόσεις υπερβολής του, το οποίο έγραψε με αφορμή ένα γεγονός που σημάδεψε τη ζωή του.
Όταν ο Βαμβακάρης ήρθε στον Πειραιά το 1917 από τη Σύρο ήταν μόλις 12 χρόνων. Αφού έκανε διάφορες δουλειές του ποδαριού μέχρι το 1925, την επόμενη δεκαετία δούλεψε ως εκδορέας στα δημοτικά σφαγεία Πειραιώς - Αθηνών. Παράλληλα μάθαινε μπουζούκι στου Καραϊσκάκη, υποσχόμενος στον εαυτό του ότι αν δεν μάθει θα έκοβε τα δάχτυλά του με χασαπομάχαιρο. Την εποχή εκείνη ερωτεύεται την πρώτη του γυναίκα, την Ελένη Μαυροειδή (γνωστή με το όνομα Ζιγκοάλα). Ο Μάρκος Βαμβακάρης αποδείχθηκε ατυχέστατος στον γάμο του με τη Ζιγκοάλα. Τον απατούσε ακόμη και με τους καλύτερούς του φίλους, γεγονός που γινόταν αιτία να ξεσπούν άγριοι καβγάδες μεταξύ του Μάρκου και του αδελφού του, αλλά ο Μάρκος εξακολουθούσε να είναι ερωτευμένος μαζί της. Τελικά κατάλαβε ότι δεν πάει άλλο και αποφάσισε να χωρίσει με την Ελένη, όμως και μετά το διαζύγιο εκείνη εξακολουθούσε να τον βασανίζει, κυρίως με τις διαρκείς οικονομικές απαιτήσεις της.

Δευτέρα 17 Ιουνίου 2013

Ένας όμηρος - του Μίκη Θεοδωράκη


Τον Οκτώβριο του 1961 έφτανε στα χέρια του Μίκη Θεοδωράκη, που τότε βρισκόταν στο Παρίσι, ένα θεατρικό έργο εμπνευσμένο από τον απελευθερωτικό αγώνα του ιρλανδικού λαού, που περιείχε και μια σειρά ποιημάτων.


Ήταν το έργο του Ιρλανδού Μπρένταν Μπίαν «Ένας Όμηρος», σε μετάφραση Βασίλη Ρώτα - Βούλας Δαμιανάκου. Έργο και ποιήματα (15 τον αριθμό) άρεσαν στον συνθέτη, που προχώρησε αμέσως στη μελοποίησή τους.





Πέμπτη 6 Ιουνίου 2013

«Για την Ελίζα» του Μπετόβεν

Το έργο αυτό είναι μια μπαγκατέλα σε λα ελάσσονα για πιάνο, πασίγνωστη ως «Fur Elise». 
Τώρα, η λέξη μπαγκατέλα σημαίνει στη μουσική ένα μικρό μουσικό κομμάτι, συνήθως για πιάνο, ανάλαφρου και πνευματώδους χαρακτήρα. Κυριολεκτικά, μια σύντομη ανεπιτήδευτη οργανική σύνθεση, που αφορά το ύφος του κομματιού. [Γενικώς, στα ιταλικά η λέξη σημαίνει κάτι μικρό και ασήμαντο αλλά και μικρό διακοσμητικό αντικείμενο, οι Γάλλοι έχουν ένα είδος προφιτερόλ που το λένε μπαγκατέλ, είναι επίσης ένα παιχνίδι του μπιλιάρδου, και στα ελληνικά σημαίνει ό,τι πιο ευτελές).
Αυτό το μικρό κομμάτι, όχι παραπάνω από τέσσερα λεπτά, άραγε μπορεί να χαρακτηρισθεί μπαγκατέλα; 
Είναι σίγουρα το ίδιο αναγνωρίσιμο όσο η 5η Συμφωνία και η 9η Συμφωνία του Μπετόβεν, μην πούμε περισσότερο. Ακόμη και να μην την έχουμε ακούσει ως κλασικό κομμάτι, σίγουρα τη συναντήσαμε κάπου στην τηλεόραση, στις διαφημίσεις, και όπου αλλού.
Το έργο είναι χωρισμένο σε τέσσερα μέρη:
A-B-A-C-A. Αρχίζει με το κεντρικό θέμα, μια απλή μελαγχολική μελωδία παιγμένη γλυκά, στη συνέχεια, σύντομα ανεβάζει κλίμακα, ξαναγυρίζει στο κεντρικό θέμα, προχωράει σε πιο ταραχώδη ρυθμό μέχρι να επιστρέψει στο κυρίως θέμα.  Πιστεύεται ότι ο Μπετόβεν είχε σκοπό να συμπληρώσει αυτό το μικρό κομμάτι σε μια σειρά από μπαγκατέλες.

Τετάρτη 29 Μαΐου 2013

Γη ποτισμένη με ιδρώτα - Μητέρα Ινδία


Ας θυμηθούμε κάτι πολύ παλιό, προ αμνημονεύτων χρόνων. Σε μια εποχή λουσμένη από αθωότητα μικροί και μεγάλοι έκλαψαν με μαύρο δάκρυ και κατανάλωσαν πολύ μαντίλι για αυτή την ταινία.  Είχε γεμίσει χρώμα όλη η οθόνη, πόνο, φτώχεια και τα προβλήματα μιας μακρινής χώρας όπως η Ινδία έγιναν και δικά μας – βρίσκαμε πολλές ομοιότητες με την ατμόσφαιρα και το ινδικό περιβάλλον. Συμπονέσαμε τη Ναργκίς, και τον ηρωισμό της, που ενσαρκωνόταν μέσα στον ρόλο αυτής της βασανισμένης μάνας. Και, φυσικά, τραγουδήθηκαν τα τραγούδια της ταινίας, που διασκευάστηκαν στα Ελληνικά από τη Βούλα Πάλλα, που μάλιστα ήταν φίλη της Ναργκίς η οποία είχε επισκεφθεί αρκετές φορές τότε την Ελλάδα. Μπορεί να προκαλεί από μειδίαμα μέχρι γέλιο, αλλά κρύβει και μια νοσταλγία, αφού, έτσι κι αλλιώς, σφράγισε εκείνη την εποχή.
Η ταινία λεγόταν «Μητέρα Ινδία», ήταν ριμέικ μιας προγενέστερης ταινίας (1940) του ίδιου σκηνοθέτη (Aurat), και μεταφορικά αντιπροσώπευε την Ινδία ως έθνος, μέσα στον απόηχο της ανεξαρτησίας, διαπνεόμενη από εθνικισμό. Στα Ελληνικά βγήκε με έναν δυνατό τίτλο για να συγκινήσει εκ των προτέρων: «Γη ποτισμένη με ιδρώτα».

Τετάρτη 22 Μαΐου 2013

Άντονιν Ντβόρζακ «Η Συμφωνία του Νέου Κόσμου»

Τη Συμφωνία αρ. 9 σε μι ελάσσονα «Από τον Νέο Κόσμο», Op. 95, B. 178, ευρέως γνωστή ως  «Συμφωνία του Νέου Κόσμου», ο Ντβόρζακ τη συνέθεσε  το 1893 ενώ ήταν διευθυντής του Εθνικού Ωδείου της Αμερικής, στη διάρκεια των ετών 1892-1895, όπου είχε αφήσει την Πράγα για την Αμερική και για έναν καθόλου ευκαταφρόνητο μισθό – 15.000 δολάρια. Η πιο γνωστή Ενάτη Συμφωνία μετά του Μπετόβεν, είναι μακράν η πιο δημοφιλής συμφωνία του Τσέχου συνθέτη και ένα από τα πιο σημαντικά έργα στο ρομαντικό ρεπερτόριο. Σε παλαιότερη βιβλιογραφία και ηχογραφήσεις συχνά αναφέρεται ως Συμφωνία αρ. 5. 
Ο αστροναύτης Νηλ Άρμστρονγκ είχε πάρει μαζί του αυτή τη συμφωνία κατά τη διάρκεια της αποστολής του Apollo 11, στην πρώτη προσελήνωση, το 1969.
Το έργο είναι γραμμένο για δύο φλάουτα, πίκολο, δύο όμποε, δύο κλαρινέτα, δύο φαγκότα, τέσσερα κόρνα, δύο τρομπέτες, τρία τρομπόνια, τούμπα, τύμπανα, κύμβαλα, τρίγωνο, βιολιά, βιόλες, βιολοντσέλα, και κοντραμπάσα.

Κυριακή 12 Μαΐου 2013

Ρεμπέτικο και παρανομία, εγκλήματα και φυλακές

Ήδη από την ίδρυση του ελληνικού κράτους δημιουργήθηκαν οι συνθήκες που οδήγησαν στην παρανομία μεγάλες κοινωνικές ομάδες, αρχής γενομένης από αγωνιστές της Επανάστασης του 1821, συγγενείς και απογόνους τους. Αποτέλεσμα ήταν η εμφάνιση και η έξαρση της ληστοκρατίας, που επηρέασε την κοινωνική ζωή των Ελλήνων ως τα μέσα της δεκαετίας του 1930. Παράλληλα, η αδυναμία απορρόφησης και ενσωμάτωσης των κατοίκων της υπαίθρου στην οικονομική και στην κοινωνική ζωή των πόλεων, όπου μετακινούνταν όλο και περισσότεροι, δημιούργησε περιθωριακά στρώματα. Οι μόρτες, οι κουτσαβάκηδες, οι παλληκαράδες, οι νταήδες και άλλοι συνέβαλαν με τον τρόπο τους στην εξάπλωση της παρανομίας και της εγκληματικότητας.
Επόμενο ήταν οι διαχειριστές της εξουσίας να θεσπίσουν ένα νομικό πλαίσιο αντιμετώπισης των προβλημάτων αυτών, στηριζόμενοι στα ευρωπαϊκά πρότυπα. Όσον αφορά τις φυλακίσεις των καταδικασθέντων, λόγω έλλειψης χώρων είτε χρησιμοποιούνταν παλαιά οικήματα είτε ανεγείρονταν νέα. Οι συνθήκες κράτησης ήταν άθλιες και μάλιστα περιγράφονταν… λυρικά από τους φυλακισμένους με το εξής δίστιχο:
Ψύλλοι και ψείρες και κοριοί, αυτά τα τρία όντα
Είναι της μαύρης φυλακής τα μόνα προϊόντα