Τετάρτη 25 Σεπτεμβρίου 2013

Το «Βενσερέμος» και ο αντιφασισμός

Το «Βενσερέμος» είναι ένα χιλιανό τραγούδι, το οποίο γράφηκε από τον Κλαούντιο Ιτούρα , ενώ με διαφορετικούς στίχους από τον Βικτόρ Ζαρά. Το μελοποίησε ο Σέρτζιο Ορτέγκα για την προεκλογική εκστρατεία του υποψήφιου της Αριστεράς, Σαλβαδόρ Αλιέντε, το 1970, και έγινε ο ύμνος του σοσιαλιστικού κόμματος της Αντιπολίτευσης. Ο Αλιέντε θα κερδίσει τις προεδρικές εκλογές και θα εισάγει κοινωνικές μεταρρυθμίσεις με αρνητικά όμως οικονομικά αποτελέσματα. Θα επιχειρήσει επίσης να εθνικοποιήσει τα ορυχεία και τις τράπεζες.
Ο τίτλος του τραγουδιού σημαίνει «Θα νικήσουμε» και έχει κυκλοφορήσει με πολλές εκτελέσεις.

Σάββατο 14 Σεπτεμβρίου 2013

Παιδιά της Σαμαρίνας. Μοιρολόι για τους ήρωες του Μεσολογγίου

Ένα ηρωικό δημοτικό τραγούδι, πασίγνωστο σε όλη την Ελλάδα, που τοποθετείται και αυτό στην Ελληνική Επανάσταση.
Η Σαμαρίνα είναι ένα κεφαλοχώρι του Νομού Γρεβενών, ένα από τα υψηλότερα (1.450 υψόμετρο) και γνωστότερα Βλαχοχώρια της Ελλάδας.
Το 1826, στην πολιορκία του Μεσολογγίου, οι Σαμαριναίοι μετέχουν στην αθάνατη φρουρά των Μακεδόνων η οποία πολεμούσε με ανδρεία. Η ομάδα των Σαμαριναίων αποτελείτο από 120 μαχητές, με αρχηγό τον Μίχο Φλώρο, και βρέθηκαν να μάχονται με ηρωισμό στην «Ντάπια», στο πλευρό του στρατηγού Μάκρη.
Μερικά από τα ονόματα των μαχητών, που διέσωσε η παράδοση, ήταν των Μάκρη, Μανάκα, Αβραμούλη, Συράκου, Μ. Μπούσια, Γκιολδάρη, Τζίμου. Κατά την Έξοδο του Μεσολογγίου η Μακεδονική φρουρά ήταν εμπροσθοφυλακή των πολιορκημένων, με συνέπεια να έχει τις μεγαλύτερες απώλειες από τα πυρά των Οθωμανών.
Διεσώθησαν μόνο 33 Σαμαριναίοι, ενώ οι υπόλοιποι, Φλώρος, Μακρής, Αβραμούλης κ.ά., έπεσαν ηρωικά στο Μεσολόγγι.

Παρασκευή 19 Ιουλίου 2013

Το Μεγαλυνάρι του Βρεττάκου – Ελεύθεροι Πολιορκημένοι

Όταν κανείς αγαπάει και θαυμάζει κάτι δεν έχει και ιδιαίτερες επιφυλάξεις για να το χαρακτηρίσει ως αριστούργημα. Το «Μεγαλυνάρι» είναι ένα υπέροχο ποίημα του Νικηφόρου Βρεττάκου από το έργο του «Ο χρόνος και το Ποτάμι» (1957), που αγγίζει και εγείρει ενδότερές μας πλευρές, όπως καλά ξέρει να κάνει ο ποιητής του Ταϋγέτου. Μια ωδή στον έρωτα, με ποιητικές γλαφυρότατες εικόνες και με ό,τι στο καλό σημαίνει έρωτας. Την κατάλληλη στιγμή έγινε μια ευτυχής συνάντηση της ποίησης με τη μουσική και το αποτέλεσμα, όπως το προαναφέραμε. Το ποίημα τούτο μελοποιήθηκε, λοιπόν, από την Τερψιχόρη Παπαστεφάνου και έτσι ξεπήδησε  ένα μικρό κομματάκι από χρυσάφι που θα λαμπυρίζει πάντα. Θα μείνει ασμίλευτο από τον χρόνο, πιστεύουμε. Μπορεί, ποιος ξέρει, να αναλαμπαδεύσει κιόλας σε πιο φωτεινά χρόνια. Έχει κάτι από υποψία μικρής ανάμειξης με «θεϊκή» ουσία.
Το 1971 η Τερψιχόρη Παπαστεφάνου κυκλοφόρησε έναν δίσκο με τίτλο «Ελεύθεροι Πολιορκημένοι». Η πρώτη πλευρά του δίσκου έχει στίχους του Παναγιώτη Παναγιωτούνη και της Τ. Παπαστεφάνου και κρύβει πολλά επαναστατικά μηνύματα, παρότι κυκλοφόρησε στην καρδιά της δικτατορίας. Στο δίσκο τραγουδούν ο Γιάννης Μπογδάνος, η Δανάη Μπαραμπούτη και η Χορωδία Τρικάλων. Η διεύθυνση της ορχήστρας είναι της Τερψιχόρης Παπαστεφάνου και σόλο μπουζούκι παίζει ο Στέλιος Ζαφειρίου.

Τετάρτη 3 Ιουλίου 2013

Όσο βαρούν τα σίδερα – το ιστορικό τους

Συμβαίνει κάποιες φορές να αμφισβητείται η κυριότητα ενός τραγουδιού και μάλιστα όταν ο χρόνος το έχει καταξιώσει ως ένα μεγάλο τραγούδι. Ένα από αυτά είναι και το «Όσο βαρούν τα σίδερα». Χρεώθηκε στα παραδοσιακά, ως ένα παρμένο μικρασιατικό. Το τραγούδι όμως ανήκει στον Στέλιο Φουσταλιεράκη (Φουσταλιέρη). Από ό,τι καταδεικνύεται ο Φουσταλιέρης πήρε δύο και μόνο στίχους, σημειωτέον μόνο στίχους, από ένα παραδοσιακό καθιστικό τραγούδι της Κωνσταντινούπολης του 1910, το οποίο ηχογράφησε στις ΗΠΑ το 1927 και η Μαρίκα Παπαγκίκα με τον τίτλο «Μπουρνοβαλιό». Παραθέτουμε αυτούς τους δύο στίχους του προαναφερθέντος τραγουδιού:
Βαρύτερ’ απ’ τα σίδερα, καλέ, είναι τα μαύρα ρούχα
Γιατί τα φόρεσα και γω για μιαν αγάπη που ’χα.
Η μελωδία αυτού του τραγουδιού φυσικά δεν σχετίζεται καθόλου με το εξαιρετικό δημιούργημα του Φουσταλιέρη. Το τραγούδι λοιπόν είναι δικό του και το κυκλοφόρησε το 1938 σε δίσκο με τη φωνή του Ιωάννη Μπερνιδάκη - Μπαξεβάνη.

Τετάρτη 26 Ιουνίου 2013

Ο Μάρκος εκδικητής και «Ισοβίτης»

Είναι ένα αυτοβιογραφικό τραγούδι, όπως πολλά τραγούδια του Μάρκου, με τις συνήθεις δόσεις υπερβολής του, το οποίο έγραψε με αφορμή ένα γεγονός που σημάδεψε τη ζωή του.
Όταν ο Βαμβακάρης ήρθε στον Πειραιά το 1917 από τη Σύρο ήταν μόλις 12 χρόνων. Αφού έκανε διάφορες δουλειές του ποδαριού μέχρι το 1925, την επόμενη δεκαετία δούλεψε ως εκδορέας στα δημοτικά σφαγεία Πειραιώς - Αθηνών. Παράλληλα μάθαινε μπουζούκι στου Καραϊσκάκη, υποσχόμενος στον εαυτό του ότι αν δεν μάθει θα έκοβε τα δάχτυλά του με χασαπομάχαιρο. Την εποχή εκείνη ερωτεύεται την πρώτη του γυναίκα, την Ελένη Μαυροειδή (γνωστή με το όνομα Ζιγκοάλα). Ο Μάρκος Βαμβακάρης αποδείχθηκε ατυχέστατος στον γάμο του με τη Ζιγκοάλα. Τον απατούσε ακόμη και με τους καλύτερούς του φίλους, γεγονός που γινόταν αιτία να ξεσπούν άγριοι καβγάδες μεταξύ του Μάρκου και του αδελφού του, αλλά ο Μάρκος εξακολουθούσε να είναι ερωτευμένος μαζί της. Τελικά κατάλαβε ότι δεν πάει άλλο και αποφάσισε να χωρίσει με την Ελένη, όμως και μετά το διαζύγιο εκείνη εξακολουθούσε να τον βασανίζει, κυρίως με τις διαρκείς οικονομικές απαιτήσεις της.

Δευτέρα 17 Ιουνίου 2013

Ένας όμηρος - του Μίκη Θεοδωράκη


Τον Οκτώβριο του 1961 έφτανε στα χέρια του Μίκη Θεοδωράκη, που τότε βρισκόταν στο Παρίσι, ένα θεατρικό έργο εμπνευσμένο από τον απελευθερωτικό αγώνα του ιρλανδικού λαού, που περιείχε και μια σειρά ποιημάτων.


Ήταν το έργο του Ιρλανδού Μπρένταν Μπίαν «Ένας Όμηρος», σε μετάφραση Βασίλη Ρώτα - Βούλας Δαμιανάκου. Έργο και ποιήματα (15 τον αριθμό) άρεσαν στον συνθέτη, που προχώρησε αμέσως στη μελοποίησή τους.





Πέμπτη 6 Ιουνίου 2013

«Για την Ελίζα» του Μπετόβεν

Το έργο αυτό είναι μια μπαγκατέλα σε λα ελάσσονα για πιάνο, πασίγνωστη ως «Fur Elise». 
Τώρα, η λέξη μπαγκατέλα σημαίνει στη μουσική ένα μικρό μουσικό κομμάτι, συνήθως για πιάνο, ανάλαφρου και πνευματώδους χαρακτήρα. Κυριολεκτικά, μια σύντομη ανεπιτήδευτη οργανική σύνθεση, που αφορά το ύφος του κομματιού. [Γενικώς, στα ιταλικά η λέξη σημαίνει κάτι μικρό και ασήμαντο αλλά και μικρό διακοσμητικό αντικείμενο, οι Γάλλοι έχουν ένα είδος προφιτερόλ που το λένε μπαγκατέλ, είναι επίσης ένα παιχνίδι του μπιλιάρδου, και στα ελληνικά σημαίνει ό,τι πιο ευτελές).
Αυτό το μικρό κομμάτι, όχι παραπάνω από τέσσερα λεπτά, άραγε μπορεί να χαρακτηρισθεί μπαγκατέλα; 
Είναι σίγουρα το ίδιο αναγνωρίσιμο όσο η 5η Συμφωνία και η 9η Συμφωνία του Μπετόβεν, μην πούμε περισσότερο. Ακόμη και να μην την έχουμε ακούσει ως κλασικό κομμάτι, σίγουρα τη συναντήσαμε κάπου στην τηλεόραση, στις διαφημίσεις, και όπου αλλού.
Το έργο είναι χωρισμένο σε τέσσερα μέρη:
A-B-A-C-A. Αρχίζει με το κεντρικό θέμα, μια απλή μελαγχολική μελωδία παιγμένη γλυκά, στη συνέχεια, σύντομα ανεβάζει κλίμακα, ξαναγυρίζει στο κεντρικό θέμα, προχωράει σε πιο ταραχώδη ρυθμό μέχρι να επιστρέψει στο κυρίως θέμα.  Πιστεύεται ότι ο Μπετόβεν είχε σκοπό να συμπληρώσει αυτό το μικρό κομμάτι σε μια σειρά από μπαγκατέλες.