Παρασκευή, 15 Μαρτίου 2013

Αν. Δελιάς - Γ. Μπάτης: Το… ήμισυ της Πειραιώτικης Τετράδος

Ανέστης Δελιάς 
«Ένας άγγελος πεταμένος 
στα σκουπίδια!»
Η φράση αυτή του Μάρκου Βαμβακάρη συμπυκνώνει τον σύντομο βίο του Ανέστη Δελιά. Εκπληκτικός μουσικός –κάτι στο οποίο συμφωνούν όλοι όσοι τον γνώρισαν– καλό παιδί, αλλά αδύναμος χαρακτήρας, ήταν ο μόνος πρεζάκιας μουσικός του Μεσοπολέμου (οι παλιοί ρεμπέτες μιλούσαν για έναν ακόμη, που όμως απεξαρτήθηκε).
Γεννήθηκε στη Σμύρνη το 1912 από ευκατάστατη οικογένεια εμπόρων και ήρθε στην Ελλάδα μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή. Ο πατέρας του έπαιζε βιολί, γνωστός με το παρατσούκλι «μαύρη γάτα», χαρακτηρισμός που ακούγεται σε ένα τραγούδι του Ανέστη.
Ο Δελιάς πρωτοεμφανίζεται στα στέκια του Πειραιά το 1928 παίζοντας κιθάρα στην παρέα του Μπάτη, του Μάρκου, του Στράτου και άλλων Πειραιωτών ρεμπέτηδων. Από το 1930, έπειτα από προτροπή του Μάρκου, θα παρατήσει την κιθάρα και θα πιάσει το μπουζούκι. Θα εξελιχθεί ραγδαία και θα συμμετέχει στην «Τετράδα του Πειραιώς», ενώ θα μείνει γνωστός στον χώρο του ρεμπέτικου με το παρατσούκλι «Αρτέμης». Άλλοι λένε ότι το οφείλει στην ομοιότητά του με έναν μάγκα-γόη του Πειραιά και άλλοι ότι του το κόλλησε ο Γιώργος Μπάτης για να εξυπηρετήσει τη ρίμα στα απίστευτα στιχάκια των τραγουδιών του:
Ήταν ο Μπάτης και ο Αρτέμης
και ο Στράτος ο τεμπέλης (από το «Ζεϊμπέκικο σπανιόλο»).

Ο Ανέστης Δελιάς (καθιστός με το ανοιχτόχρωμο κοστούμι) ανάμεσα
στον Σπύρο Περιστέρη (δεξιά) και τον Μιχάλη Γεννίτσαρη (αριστερά)
Όρθιος πίσω από τον Δελιά ο Γιάννης Παπαϊωάνου


Στη διετία 1935-1937 ο Δελιάς θα ηχογραφήσει περί τα 12 τραγούδια, μεταξύ των οποίων «Το χαρέμι στο χαμάμ», «Το κουτσαβάκι», «Η Αθηναίισσα», «Το σακάκι», «Ο Νίκος ο τρελάκιας», «Ο πόνος του πρεζάκια», «Δεν είδανε τα μάτια μου», «Όταν μπουκάρω στον τεκέ», «Μάγκες πιάστε τα βουνά», «Τζιτζιφιώτισσα», «Έκανες τη φιγούρα σου». Παράλληλα θα συμμετέχει και σε ηχογραφήσεις άλλων δημιουργών, σε τραγούδια του Μπάτη, σε αμανέδες του Στράτου κ.ά. Με την επιβολή της μεταξικής λογοκρισίας θα θεωρηθεί απόβλητος και οι παραπάνω ηχογραφήσεις είναι τα μοναδικά ίχνη που θα αφήσει στη δισκογραφία.
Σύμφωνα με όλες τις μαρτυρίες ήταν πολύ ευαίσθητος, ήσυχος και ντροπαλός («σαν κορίτσι», αναφέρει χαριτολογώντας ο Μιχάλης Γενίτσαρης). Συγχρόνως όμως τα τραγούδια του είναι μάγκικα και αποτελούν άμεση περιγραφή του εξωτερικού αλλά και του εσωτερικού του κόσμου. Το παίξιμό του είναι καθαρά προσωπικό και οι συνθέσεις του εντελώς πρωτότυπες.
Μια πόρνη, ονόματι Σκουλαρικού, που δούλευε σε οίκο ανοχής στα Βούρλα, θα τον «μυήσει» στην κόλαση της ηρωίνης. Σύμφωνα με μαρτυρία του Κηρομύτη, η εν λόγω πόρνη με ένω χωνάκι από χαρτί έριχνε την άσπρη σκόνη σο ρουθούνι του Δελιά την ώρα που αυτός κοιμόταν, προσαρμόζοντας τη δόση με την αναπνοή του. Σιγά σιγά ο Δελιάς θα αρχίσει να δημιουργεί προβλήματα στην «Τετράδα» και όταν το πράγμα φτάσει στο απροχώρητο οι υπόλοιποι θα αναγκαστούν να τον αντικαταστήσουν με τον Στέλιο Κηρομύτη.

Ο «Αρτέμης» (δεύτερος από αριστερά) με παρέα
Ο Δελιάς θα κάνει αρκετές προσπάθειες να ξεφύγει από το πάθος του. Οι φίλοι του, πρωτοστατούντος του Μάρκου, θα τον βοηθήσουν όσο μπορούν (έφτασαν να τον κλειδώσουν σε ένα δωμάτιο για να τον προσέχουν, όμως μερικές μέρες αργότερα πήδησε από το παράθυρο και εξαφανίστηκε!) ενώ την κατάστασή του θα επιδεινώσει και το ελληνικό κράτος, στέλνοντάς τον εξορία στην Ίο, όπου τα σκληρά ναρκωτικά ήταν πιο διαδεδομένα από ό,τι στην Αθήνα!
Γυρίζοντας στον Πειραιά ο Δελιάς είναι πια στο τελευταίο στάδιο. Τη χαριστική βολή θα του τη δώσει η γερμανική κατοχή: πείνα και πρέζα είναι ένας δολοφονικός συνδυασμός. Το 1944 θα τον βρουν νεκρό στο πεζοδρόμιο έξω από τη Βαρβάκειο και θα τον μαζέψει το κάρο του δήμου. Όσοι τον γνώρισαν ή τον άκουσαν διά ζώσης συμφωνούν ότι ο Δελιάς είχε να δώσει πολλά. Όλοι μιλούν για ένα πολύ μεγάλο ταλέντο που χάθηκε πρόωρα, προτού καλά καλά κλείσει τα 32 του χρόνια. Μερικοί μάλιστα φτάνουν να συγκρίνουν το ταλέντο του ακόμη και με αυτό του Τσιτσάνη.

Ο πόνος του πρεζάκια (1936)


Στο τραγούδι αυτό ο Ανέστης Δελιάς λέει στην τελευταία στροφή: Τίποτα δε μ’ απόμεινε/ στον κόσμο για να κάνω/ αφού η πρέζα μ’ έκανε/ στους δρόμους ν’ αποθάνω.
Πολλοί είπαν ότι ήταν προφητικός, όμως δεν κατάφερε να αλλάξει το πεπρωμένο του που ήταν καθημερινά μπροστά στα μάτια του, στα πρόσωπα των εκατοντάδων εξαθλιωμένων τοξικομανών που ζούσαν στον Πειραιά.

Κουτσαβάκι (1936)


Τραγούδι της μαγκιάς, όπου θίγονται ζητήματα «θεσμών και αρχών του χώρου», ενώ η χρήση του χασίς θεωρείται τιμητική διάκριση. Μπουζούκι παίζει ο Δελιάς, κιθάρα ο Κώστας Καρίπης και μπαγλαμά ο Γιώργος Μπάτης.

Το χαρέμι στο χαμάμ (1936)


Το διασημότερο τραγούδι του Δελιά που μπορούμε να το κατατάξουμε στην κατηγορία των τραγουδιών φαντασίας, με ονειρικές καταστάσεις για χαρέμια, χανούμια, χασίσια, αργιλέδες κ.λπ. Εξακολουθεί να παίζεται στα ρεμπέτικα πάλκα, από τα οποία δεν έλειψε ποτέ, παρά τις κακοποιήσεις του και τις κλοπές ιδιοκτησίας που έχει υποστεί από τους κατά καιρούς «συναδέλφους» του αδικοχαμένου συνθέτη.

Γιώργος Μπάτης - Ο πολυτεχνίτης χιουμορίστας

Το μεγαλύτερο μέλος της «Τετράδος της ξακουστής του Πειραιώς». Αποτέλεσε τη γέφυρα ανάμεσα στο πρώιμο περιθωριακό ρεμπέτικο του τέλους του 19ου αιώνα και στα νεότερα ρεμπέτικα του Μεσοπολέμου. Υπηρέτησε ως στρατιώτης περίπου 10 χρόνια, από την έναρξη των Βαλκανικών πολέμων, το 1912, ως τη Μικρασιατική Εκστρατεία.
Από τους σημαντικότερους ρεμπέτες της προπολεμικής εποχής, γνωστός και ως Γιώργος Αμπάτης. Το πραγματικό του όνομα ήταν Γιώργος Τσορός. Γεννήθηκε στα Παλαιά Λουτρά Μεθάνων το 1885 ή το 1889 και σε ηλικία 8 ετών μετακόμισε στον Πειραιά. Έμαθε μπαγλαμά στις στρατιωτικές φυλακές, όπου τον έκλειναν τακτικά γιατί λιποτακτούσε. Από το 1915 έπαιζε μπαγλαμά και τραγουδούσε στους τεκέδες και στα ταβερνάκια του Πειραιά.
Το 1925 άνοιξε το πρώτο του χοροδιδασκαλείο, την «Κάρμεν», στη Δραπετσώνα και το 1931 ένα καφενείο-τεκέ, το «Ζορζ Μπατέ», στα Λεμονάδικα του Καραϊσκάκη (Ακτή Τζελέπη), όπου σύχναζαν όλοι οι μάγκες της εποχής. Έξι χρόνια αργότερα του το έκλεισαν και αναγκάστηκε να ανοίξει άλλο στο Γιουσουρούμ του Πειραιά, όπου συνέχισε να διδάσκει το μπουζούκι. Παράλληλα εξασκούσε και άλλα επαγγέλματα, όπως ερασιτέχνης οδοντίατρος (πουλούσε «ελιξίρια» για τα δόντια, για τους κάλους, κ.λπ.), παλαιοπώλης, ενεχυροδανειστής, μικροπωλητής κ.ά. Τα καμώματα και η συμπεριφορά του θυμίζουν τον κεντρικό ήρωα του Θεάτρου Σκιών.

Ο Γιώργος Μπάτης με τον Μάρκο
Το 1934, μαζί με τον Μάρκο Βαμβακάρη, τον Ανέστη Δελιά και τον Στράτο Παγιουμτζή, σχημάτισαν το πρώτο ρεμπέτικο συγκρότημα και εμφανίστηκε στην «Ανάσταση» του Πειραιά, στο μαγαζί του Κωνσταντόπουλου (δύο μπουζούκια, μπαγλαμάς και τραγούδι). Ήταν η «Τετράς η ξακουστή του Πειραιώς», όπως την ονόμασε ο ίδιος.
Αν και ηχογράφησε μόνο 16 τραγούδια σε δίσκους γραμμοφώνου, υπήρξε ένας από τους θεμελιωτές του κλασικού πειραιώτικου ρεμπέτικου τραγουδιού. Οι σημαντικότερες επιτυχίες του: «Ο τεκές του Μπάτη», «Ο Ωρωπός», «Από κάτω απ' το ραδίκι», «Βάρκα μου μπογιατισμένη», «Η Παπαδιά», «Ο Θερμαστής», «Κάτω στην Άγια Μαρίνα», «Ατσιγγάνα με φωνάζουν», «Εφουμέρναμε χασίσι», «Ο γαλατάς», «Η Αλεξάνδρα», «Γιαχνί σοκάκι», «Κάτω στο γυαλό στην άμμο», «Φωνογραφητζήδες», «Βλέπω τέσσεροι παρέα», «Στρατώνα», «Καμηλιέρικο», «Ζεϊμπεκάνο Σπανιόλο» («Ζούλα σε μια βάρκα μπήκα»), «Ο Mπουφετζής», «Σούχει λάχει», «Μάγκες καραβοτσακισμένοι», «Το μπαρμπεράκι», «Γυφτοπούλα στο χαμάμ» κ.ά.

Ο Μπάτης (αριστερά) με μαθητές του
Στο σπίτι του διατηρούσε μια συλλογή από πέντε μπουζούκια, δύο μπαγλαμάδες, ένα μισομπούζουκο, μια κιθάρα και μια ρομβία - λατέρνα. Είχε πολύ έντονη την αίσθηση του χιούμορ και οι πλάκες του άφησαν εποχή. Ντυνόταν πάντοτε στην «πένα», στο κλασικό στυλ του «παλιόμαγκα», με μαύρο κουστούμι, άσπρο πουκάμισο, παπιγιόν, σκληρό καπέλο και κρατούσε μπαστουνάκι. Φορούσε στιβάλια μυτερά και ψηλοτάκουνα, χαρακτηριστικά παπούτσια των «Κουτσαβάκηδων».
Τα τελευταία χρόνια της ζωής του τριγύριζε στα γνωστά του στέκια, ταβέρνες και καφενεία του Πειραιά, παίζοντας στις παρέες τραγούδια από το ένδοξο παρελθόν του. Πέθανε στις 10 Μαρτίου 1967 και κηδεύτηκε, σύμφωνα με την επιθυμία του, παρέα με τον αγαπημένο του μπαγλαμά.

Ζεϊμπέκικο σπανιόλο (1934) με τον Στράτο Παγιουμτζή


Το είδος αυτό του ζεϊμπέκικου αποκαλείται καμηλιέρικο γιατί έλεγαν πως το χόρευαν οι καμηλιέρηδες της Μικράς Ασίας. Αν δεν αναφερόταν στην ετικέτα του δίσκου το όνομα του Στράτου Παγιουμτζή, θα νόμιζε κανείς ότι τραγουδάει ο Μπάτης. Σύμφωνα με τις περιγραφές εκείνων που συμμετείχαν στην ηχογράφηση, ενώ είχε γίνει κανονικά πρόβα με τον Μπάτη ως τραγουδιστή, μετά το διάλειμμα όταν επέστρεψε, ήταν σε τέτοια κατάσταση που ήταν αδύνατον να τραγουδήσει λόγω της χρήσης χασίς. Έτσι τον αντικατέστησε ο Στράτος.

Ο μπουφετζής (1935)


Πρόκειται για το διασημότερο τραγούδι του Μπάτη και έχει μια πολύ ενδιαφέρουσα ιστορία. Η μελωδία του προέρχεται από ένα παλιό αμερικάνικο τραγούδι της ταβέρνας, το οποίο πάταγε πάνω σε μελωδία ενός από τους «Ύμνους του Ευαγγελίου». Την ίδια μελωδία χρησιμοποίησε ο Τσάρλι Τσάπλιν στις μικρές βωβές κινηματογραφικές ταινίες που γύρισε το 1914, και συγκεκριμένα στο επεισόδιο «Ο Σαρλώ στο πρεβαντόριο». Παίζουν τα μέλη της Τετράδας και δεύτερο μπαγλαμά ο Σωτήρης Γαβαλάς.

Γυφτοπούλα στο χαμάμ (1934)


Το τραγούδι αυτό πέρασε απαρατήρητο στην εποχή του, αφού ελάχιστα αντίτυπα του δίσκου διατέθηκαν. Όταν επανήλθε στη δισκογραφία, πρώτα από τον Μπάμπη Γκολέ και μετά από τη Γλυκερία, έγινε (και παραμένει) τεράστια επιτυχία.

Πηγές:
► Ηλίας Βολιώτης Καπετανάκης: Μάγκες Αλήστου Εποχής (Εκδ. Μετρονόμος)
► Τάσος Σχορέλης: Ρεμπέτικη Ανθολογία, Τόμος Α’ (Εκδ. Πλέθρον)
► Κώστα Χατζηδουλή: Ρεμπέτικη Ιστορία 1 (Εκδ. Νεφέλη)
► Παναγιώτης Κουνάδης, Τα Ρεμπέτικα (Εκδ. ΤΑ ΝΕΑ)


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου