Παρασκευή, 21 Φεβρουαρίου 2014

Η «Ρωμιοσύνη»: Γιάννης Ρίτσος - Μίκης Θεοδωράκης

Η Ρωμιοσύνη είναι πια για να την κλαις – με μαύρο δάκρυ, όπως λέει και ο λαός μας. Η ανάσταση δεν φαίνεται να σημάνει και οι καμπάνες έχουν αναμειχθεί σε μια συνωμοσία σιωπής… Στη μακραίωνη ωστόσο ιστορία της έχει γράψει πολλές ένδοξες σελίδες που την έχουν στέψει με δάφνες. Εν πολλοίς γνωστά. Και η ελληνική τέχνη, επίσης, σε τόσους και τόσους τομείς μάς έχει επιφυλάξει μέγα κλέος. Μια τέτοια ευλογημένη στιγμή σε μια ευτυχή συγκυρία ποίησης και μουσικής μαζί είναι η «Ρωμιοσύνη».
Ο κορυφαίος ποιητής μας Γιάννης Ρίτσος, που δικαίως χαιρέτισε ο Κωστής Παλαμάς με τη γνωστή ρήση «παραμερίζουμε ποιητή για να περάσεις», έγραψε τη «Ρωμιοσύνη» ανάμεσα στο 1945 και  στο 1947. Ολόκληρη την εποχή αυτή διέτρεξαν τόσα συγκλονιστικά γεγονότα: Κατοχή, Αντίσταση και μετά Συμφωνία της Βάρκιζας.

Ο ίδιος ο ποιητής, ξεχωριστός, περιβεβλημένος με μια αληθινή αρχοντιά και σεμνή μεγαλοπρέπεια, πέρασε μέχρι τον Εμφύλιο (που αρχίζει με το τέλος της «Ρωμιοσύνης») μέσα από αυτά τα μεγάλα γεγονότα, συσσωρεύοντας καθολικά βιώματα, αρκετά έντονα εξάλλου για να «διαβάσει» μέσα τους τη ζωή –που για εκείνον ήταν πραγματικά πολύπαθη– και ολάκερο τον κόσμο. Ένα ελάχιστο μέρος τους το εκφράζει στη «Ρωμιοσύνη». Σύνθεση με μια ποιητική γλώσσα, θαυμάσια σύζευξη δημοτικού τραγουδιού με την υπερρεαλιστική γραφή. Το αποτέλεσμα, ένα εξαίσιο ποιητικό έπος έμφορο ελπιδοφόρων αγωνιστικών μηνυμάτων για ελευθερία, δικαιοσύνη και αδελφικότητα, που κατάντησαν στην εποχή μας να κάνουν βουτιά μόνο στην ουτοπία.
Θεοφάνια του 1966 ο συνθέτης Μίκης Θεοδωράκης θα καθίσει στο πιάνο για να μελοποιήσει τη «Ρωμιοσύνη» του Ρίτσου. Ο Μίκης θα περιγράψει το δικό του ιστορικό (συγκεντρωμένο από περιοδικά και συνεντεύξεις του Μίκη) που τον έκανε να καταπιαστεί με τη σύνθεση:
«Τη Ρωμιοσύνη μού την είχαν φέρει στο σπίτι γυναίκες κρατουμένων πολλά χρόνια πριν. Είχαν περάσει πρώτα απ’ τον Ρίτσο, που διάλεξε ο ίδιος τα αποσπάσματα από την “Αγρύπνια” για να μου τα εμπιστευθεί. Όμως τα χειρόγραφα σκεπάστηκαν από άλλα. Χάθηκαν. Ξεχάστηκαν…

»Ώσπου εκείνη ακριβώς τη στιγμή κάποιο χέρι (χωρίς να ξέρει κανείς το πώς και το γιατί) τα ανέσυρε και τα ακούμπησε στο πιάνο. Είχαν προηγηθεί συγκρούσεις στον Πειραιά με την Αστυνομία. Ο άγριος ξυλοδαρμός και η κακοποίησή μου, γεγονότα που με επηρέασαν βαθιά. Τόσο που, μόλις διάβασα τον πρώτο στίχο, Αυτά τα δέντρα δε βολεύονται με λιγότερο ουρανό… κάθισα, όπως ήμουν λερωμένος με λάσπη και αίματα και συνέθεσα μονορούφι τη “Ρωμιοσύνη”» [...].

«Νομίζω ότι αυτή η ταύτισή μου με τον ποιητή, που ξεπερνούσε τα όρια της ποίησης κι απλωνόταν σε όλο το χώρο της ζωής, της εργατικότητας, της δημιουργικότητας, της ιδεολογίας, της στάσης ζωής, της κοινής πίστης σε μια κοινή κλίμακα αξιών, στην ταυτόσημη αντιμετώπιση του χρέους, τέλος, στην κοινή μας στράτευση στο στρατόπεδο της Αριστεράς, της Εθνικής Αντίστασης, της Ελευθερίας και της αφοσίωσης στο ιδεώδες της Εθνικής Αναγέννησης, όλα αυτά δημιούργησαν μια ταυτότητα, θα έλεγα, στις δύο ευαισθησίες μας. Γίναμε συγκοινωνούντα δοχεία, απ’ όπου ποίηση και μουσική περνούσε η μια στην άλλη ώσπου να πάρουν μια τρίτη διάσταση: το τραγούδι».
«Όταν την άλλη μέρα την άκουσε ο Ρίτσος, έμεινε άφωνος. Ποτέ άλλοτε δεν τον είδα τόσο χαρούμενο, τόσο συγκλονισμένο, όσο τη μέρα που στο Κεντρικόν, που ήταν γεμάτο με αντιστασιακούς, ο Γρηγόρης Μπιθικώτσης τραγούδησε τη Ρωμιοσύνη.

»Θυμάμαι τον Χατζιδάκι στα παρασκήνια να του λέει: “Είσαι ο μεγαλύτερος τραγουδιστής του αιώνα μας”. Ήταν η μεγάλη στιγμή που αποδέχτηκε τη φωνή και ο Ρίτσος, που απ’ την εποχή του Επιτάφιου τον βασάνιζε η ιδέα πως έπρεπε να τον τραγουδήσει γυναίκα με λαϊκή φωνή». [...]
Η επιλογή του σερ Γρηγόρη Μπιθικώτση, του ερμηνευτή με τη δωρική και μία από τις καλύτερες φωνές της Ελλάδας, σφραγίδα για το έργο. Φωνή που δονεί και ταράσσει την ψυχή για να μεγαλουργήσει.

Αυτά τα δέντρα


Aυτά τα δέντρα δε βολεύονται με λιγότερο ουρανό,
αυτές οι πέτρες δε βολεύονται κάτου απ’ τα ξένα βήματα,
αυτά τα πρόσωπα δε βολεύονται παρά μόνο στον ήλιο,
αυτές οι καρδιές δε βολεύονται παρά μόνο στο δίκιο.

Eτούτο το τοπίο είναι σκληρό σαν τη σιωπή,
σφίγγει στον κόρφο του τα πυρωμένα του λιθάρια,
σφίγγει στο φως τις ορφανές ελιές του και τ’ αμπέλια του.
Δεν υπάρχει νερό. Mονάχα φως.

O δρόμος χάνεται στο φως
κι ο ίσκιος της μάντρας είναι σίδερο.

Θα σημάνουν οι καμπάνες


Με τόσα φύλλα σου γνέφει ο ήλιος καλημέρα
με τόσα φλάμπουρα λάμπει, λάμπει ο ουρανός
και τούτοι μέσ’ τα σίδερα και κείνοι μέσ’ το χώμα.

Σώπα όπου να ’ναι θα σημάνουν οι καμπάνες.

Αυτό το χώμα είναι δικό τους και δικό μας.

Κάτω απ’ το χώμα μες στα σταυρωμένα χέρια τους
κρατάνε της καμπάνας το σχοινί,
προσμένουνε την ώρα, προσμένουν να σημάνουν την ανάσταση
τούτο το χώμα είναι δικό τους και δικό μας
δεν μπορεί κανείς να μας το πάρει

Όταν σφίγγουν το χέρι


Όταν σφίγγουν το χέρι
ο ήλιος είναι βέβαιος για τον κόσμο

Όταν χαμογελάνε
ένα μικρό χελιδόνι
φεύγει μέσα απ’ τ’ άγρια γένια τους

Όταν σκοτώνονται, όταν σκοτώνονται
η ζωή τραβάει την ανηφόρα
με σημαίες, με σημαίες
με σημαίες και με ταμπούρλα

Η ζωή τραβάει την ανηφόρα
με σημαίες, με σημαίες
με σημαίες και με ταμπούρλα

Όταν σκοτώνονται, όταν σκοτώνονται
η ζωή τραβάει την ανηφόρα
με σημαίες, με σημαίες
με σημαίες και με ταμπούρλα

Δέντρο το δέντρο


Δέντρο το δέντρο,
πέτρα την πέτρα πέρασαν τον κόσμο,
μ’ αγκάθια προσκεφάλι πέρασαν τον ύπνο.
Φέρναν τη ζωή
στα δυο στεγνά τους χέρια σαν ποτάμι.

Σε κάθε βήμα κέρδιζαν μια οργιά ουρανό
για να τον δώσουν.

κι όταν χορεύαν στην πλατεία,
μέσα στα σπίτια τρέμαν τα ταβάνια
και κουδούνιζαν τα γυαλικά στα ράφια

Φέρναν τη ζωή
στα δυο στεγνά τους χέρια σαν ποτάμι.

Τραβήξανε ψηλά


Τραβήξανε ψηλά πολύ ψηλά
Δύσκολο και να χαμηλώσουνε
Δύσκολο και να πουν το μπόι τους

Μέσα στ’ αλώνια που δειπνήσαν
μια βραδιά τα παλληκάρια
Μένουνε τα λιοκούκουτσα
και το αίμα το ξερό του φεγγαριού
Κι ο δεκαπεντασύλλαβος απ’ τ’ άρματά τους.

Μένουν τα κυπαρίσσια μένουν τα κυπαρίσσια
μένουν τα κυπαρίσσια κι ο δαφνώνας


1 σχόλιο:

  1. ...και ο Επιτάφιος:

    Μάης 1936: Η ζωή και ο θάνατος του Τάσου Τούση, του ανθρώπου που έγινε σύμβολο
    Η εποχή κοινωνικής και πολιτικής κρίσης του Μεσοπολέμου, δοσμένη μέσα από την πορεία ενός ανθρώπου
    http://aftercrisisblog.blogspot.gr/2014/04/blog-post_30.html

    ΑπάντησηΔιαγραφή