Δευτέρα, 31 Μαρτίου 2014

Ρεμπέτικο και επαγγέλματα

Η φτώχεια, η καταπίεση, η ανισότητα, αλλά και καθημερινά γεγονότα, μικρά ή μεγάλα, αποτέλεσαν την πρώτη ύλη του ρεμπέτικου, το οποίο παραμένει ζωντανό κομμάτι της ζωής μας ακριβώς επειδή εκφράζει γεγονότα και προβλήματα που υπήρξαν καθοριστικά για την πορεία του τόπου μας. Οι δυσάρεστες και οι ευχάριστες στιγμές της καθημερινής ζωής ενέπνευσαν τους δημιουργούς, που έγραψαν τραγούδια τα οποία παρέμεινα ανεξίτηλα στο πέρασμα του χρόνου.
Μία από τις κύριες διαφορές του ρεμπέτικου από το σύγχρονο «λαϊκό» τραγούδι είναι η πηγή της έμπνευσής του. Το ρεμπέτικο αντλεί τη θεματολογία του σε μεγάλο βαθμό από την καθημερινότητα, «φωτογραφίζοντας» το κοινωνικό περιβάλλον των δημιουργών του. Η ηθογραφική αυτή διάστασή του το καθιστά πηγή σκιαγράφησης της ελληνικής κοινωνικής πραγματικότητας.
Μέσα σε όλα λοιπόν, πολλά επαγγέλματα, τα περισσότερα εκ των οποίων έχουν εξαφανιστεί στις ημέρες μας, έδωσαν την αφορμή να γραφούν πολλά τραγούδια σε όλες τις περιόδους του ρεμπέτικου.


Αραμπατζής (1934) - Μάρκος Βαμβακάρης
Μάρκος Βαμβακάρης
Τραγούδι αφιερωμένο στο χαμένο πλέον επάγγελμα του αμαξά. Για δεκάδες χρόνια η άμαξα αποτελούσε το κύριο μεταφορικό μέσο της Παλιάς Αθήνας.


Οι ρεμπέτες δημιουργοί περιγράφουν εν πρώτοις αυτό που ζουν καθημερινά στους χώρους όπου κινούνται. Εξάλλου πολλοί από αυτούς είχαν ασκήσει διάφορα επαγγέλαματα: ο Σκαρβέλης πριν από το 1922 δούλεψε στην Αθήνα ως τεχνίτης στην κατασκευή υποδημάτων, ο Μάρκος υπήρξε «εκδορεύς» στα σφαγεία του Πειραιά και της Αθήνας ενώ έκανε και διάφορες δουλειές του ποδαριού, ο Μπάτης εργάστηκε ως καφετζής, χοροδιδάσκαλος, πωλητής αυτοσχέδιων φαρμάκων κατά του πονόδοντου, των κάλων κ.λπ., περιπλανώμενος οδοντογιατρός, μικροπωλητής κάθε είδους προϊόντων, μικροενεχυροδανειστής για φίλους και γνωστούς, ο Παγιουμτζής ήταν ψαράς.

Ο Μάρκος πολυτεχνίτης (1936) - Μάρκος Βαμβακάρης
Μάρκος Βαμβακάρης - Σοφία Καρίβαλη


Ήρωες λοιπόν των τραγουδιών γίνονται οι άνθρωποι με τους οποίους συγχρωτίζονται και η επαγγελματική τους δραστηριότητα. Ο χασάπης, ο μανάβης, ο λούστρος, ο τσαγκάρης, ο αμαξάς, ο κουρέας, ο ψαράς, ο ταβερνιάρης, ο καστανάς και οι λοιποί μεροκαματιάρηδες αποκτούν τραγούδια αφιερωμένα στα επαγγέλματά τους και πολλές φορές επωνύμως και στους ίδιους.

Καροτσιέρης (1926) - Παραδοσιακό
Αντώνης Νταλγκάς
Το τραγούδι εμφανίζεται στα τέλη του 19ου αι. και φθάνει ως τις ημέρες μας σε διάφορες παραλλαγές. Βασίζεται σε παραδοσιακή μελωδία του ευρύτερου χώρου της Εγγύς Ανατολής και την πατρότητά του διεκδικούν, εκτός από τους λαούς που κατοικούσαν στα εδάφη της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, και Αρμένιοι, Εβραίοι και Άραβες.


Ο Γρηγόρης Ασίκης γράφει το 1932 ένα τραγούδι στο οποίο περιγράφει μερικά από τα επαγγέλματα που κυριαρχούν τη συγκεκριμένη χρονική περίοδο.

Ο Επαγγελματίας (1932)
Γρηγόρης Ασίκης



Για μερικά επαγγέλματα θέλω να σας μιλήσω
πιστεύω να τα κρίνετε όσα κι αν σας ξηγήσω.
Μπακάλης είν’ ακάθαρτος μανάβης σεβνταλής
χασάπης είναι κουβαρντάς ψαράς μα μερακλής.

Αυτοί οι γαλατάδες είναι και νερουλάδες
βαφτίζουνε το γάλα και παίρνουνε παράδες.
Αν πεις για καρβουνιάρη κουμπάρος να ’ναι ακόμα
θα σου την φτιάξει μια μορτιά στον πάτο όλο χώμα.

Και σε ταβέρνα όποιος πάει κρασί και για τηγάνι
κι όταν σε βλέπουν πως μεθάς σου βάζουνε βιδάνι.
Μέσα στην μπύρα όποιος πάει γλέντι για να σπάσει
έχει γκαρσόνι που κοιτά στο μπλοκ να του τη σκάσει.

Αυτοί οι τσαγκαράδες που στέκουνε παιδιά
κι αν δεν πάρουν μπροστάντζα δεν πιάνουνε δουλειά
κι όταν καθίσουν στο κρασί συνέχεια το πίνουν
τότε μόνο σηκώνονται δίχως ψιλή σαν μείνουν.

Να δείτε στα κουρεία που παν τα κοριτσάκια
οντουλασιόν να κάνουν τα ’μορφά τους μαλλάκια
είδα μπαρμπέρη μερακλή συζήτηση ν’ ανοίγει
σιγά-σιγά το χέρι του στο μάγουλο ν’ αγγίζει

Να ρίξετε και μια ματιά και στους φραγκοραφτάδες
μα πώς κρυφοκοιτάζουνε κορίτσια με καλφάδες.
Αν πεις για οργανοπαίχτες που παίζουν τραγουδάκια
κι όταν δεν πέφτουν τα λεφτά σάς κάνουνε κολπάκια.

Ο δημιουργός παρουσιάζει με τρόπο σκωπτικό τα πιο γνωστά επαγγέλματα της πιάτσας την εποχή του Μεσοπολέμου, πολλά από τα οποία έχουν πάψει να υφίστανται (τουλάχιστον με τη μορφή που περιγράφονται), δίνοντάς μας και άφθονες πληροφορίες για τις όποιες ιδιαιτερότητές τους, πραγματικές ή «φτιαχτές», για χάρη της ρίμας και του μέτρου.
Όπως γράφει ο Πάνος Γεραμάνης, στα τραγούδια «που φωνογραφήθηκαν σε πλάκες του γραμμοφώνου 78 στροφών, από τότε, δηλαδή, που άνοιξε στην Αθήνα το πρώτο εργοστάσιο παραγωγής δίσκων μουσικής, το περιεχόμενό τους εκφράζει άμεσα (όταν γράφηκαν και κυκλοφόρησαν) τα μεγάλα προβλήματα των ανθρώπων της καθημερινής βιοπάλης. Έδειχνε την αγωνία του κόσμου για ένα καλύτερο αύριο, που όλο φαινόταν, αλλά δεν ερχόταν. Δεν είναι τυχαίο ότι τα περισσότερα κομμάτια αναφέρονται στα πιο φτωχά, σκληρά, δύσκολα και τίμια επαγγέλματα: ο εργάτης, ο θερμαστής, το τσαγκαράκι, οι καπνουλούδες, οι φωνογραφιτζήδες, ο ψαράς, οι φάμπρικες, οι σφουγγαράδες».

Εργάτης τιμημένος (1935) - Παναγιώτης Τούντας
Κώστας Δούσας
Μεγάλη επιτυχία της δεκαετίας του 1930 με «προλεταριακό» θέμα, όπου καταγράφεται η θετική διάθεση των δημιουργών απέναντι στην εργατική τάξη.


Και επισημαίνει ο μελετητής του λαϊκού μας τραγουδιού: «Ιδιαίτερα μάλιστα για τις σημερινές εποχές των νέων τεχνολογιών, αλλά και του “νάιλον”, του φτηνού τραγουδιού και της εκφυλισμένης διασκέδασης, τα κλασικά ρεμπέτικα τραγούδια για τη γενιά του 2000 δεν αποτελούν ανάγκη για διασκέδαση, αλλά και στοιχείο διδαχής».

Ο κοινωνικός χάρτης της προπολεμικής Ελλάδας χαρακτηριζόταν από την ύπαρξη μεγάλης εσωτερικής μετανάστευσης, καθώς και ανεργίας που άγγιζε ποσοστά γύρω στο 56,81% στον Πειραιά και στο 37,92% στην Αθήνα (Εθνική Στατιστική Αρχή - ΕΣΥΕ 1917). Τα ποσοστά αυτά, αν και δείχνουν τεράστια, απεικονίζουν την κατάσταση πόλεων με συγκυριακή και σύντομη μετανάστευση, καθώς λειτουργούν ως ενδιάμεσος σταθμός για την αναχώρηση προς τις ΗΠΑ. Οι νησιώτες και οι αγρότες διαμένουν για λίγους μήνες στην Αθήνα και στον Πειραιά προτού ανέβουν στα πλοία για την Αυστραλία και την Αμερική. Η ύπαρξη τέτοιου αριθμού ανέργων και περιπλανώμενων –ανειδίκευτων τις περισσότερες φορές– εργατών δημιουργεί μια μερικώς περιθωριοποιημένη κοινωνική ομάδα ακτημόνων προλεταρίων με περιστασιακό επάγγελμα και ασταθείς αποδοχές.
Σύμφωνα με απογραφή εργατών του 1917, το ποσοστό εργαζομένων σε εργοστάσια ανέρχεται σε 6,9% των εργατών στην Αθήνα και σε 14,9% στον Πειραιά. Το 14% των εργαζομένων στα εργοστάσια είναι γυναίκες που δουλεύουν με μεροκάματο 30-40 δρχ., δηλαδή το 1/3 του ανδρικού. Στα υφαντουργεία, στις καπνοβιομηχανίες, στις βιομηχανίες ετοίμων ενδυμάτων και στις χαρτοποιίες το ποσοστό των γυναικών πλησιάζει το 75%. Το ρεμπέτικο περιγράφει την απασχόληση των γυναικών τοποθετώντας τες σε χώρους εργασίας.

Καπνουλούδες (1936) - Δημήτρης Γκόγκος - Μπαγιαντέρας
Δημήτρης Γκόγκος
Το πρώτο τραγούδι του συνθέτη, γραμμένο για τις εργάτριες της καπνοβιομηχανίας Κεράνη, στον Πειραιά, ανάμεσα στις οποίες ήταν και η μετέπειτα γυναίκα του Δέσποινα Αρμπατζόγλου. 


Ο χαμηλός δείκτης απασχόλησης στη βιομηχανική παραγωγή οδηγεί στην ανάπτυξη μεγάλου όγκου απασχολούμενων στο μικρεμπόριο και στα επαγγέλματα του ποδαριού. Μικροπωλητές, λούστροι, παλιατζήδες και ανάλογα προσωρινά επαγγέλματα που κινούνται στα όρια της νομιμότητας αποτελούν την πλειονότητα και το ρεμπέτικο τούς αφιερώνει με τη σειρά του αρκετά τραγούδια.
Ακόμα και επαγγέλματα που βρίσκονται ξεκάθαρα στην παρανομία, όπως π.χ. αυτό του λαθρεμπόρου, περιγράφονται και μάλιστα με μνεία τιμητική γιατί αφορούν την εμπορία αφορολόγητων ειδών καθημερινής χρήσης σε φτηνότερες τιμές από αυτές της αγοράς.

Οι κοντραμπατζήδες (1936) - Κώστας Ρούκουνας
Κώστας Ρούκουνας
Από τα σπανιότερα και ωραιότερα τραγούδια του Κώστα Ρούκουνα. Κοντραμπατζήδες (από την ιταλική λέξη contrabbando, που σημαίναι λαθρεμπόριο) ήταν οι λαθρέμποροι. Ο μύθος του ήρωα λεβέντη λαθρεμπόρου γαλούχησε πολλές γενιές Ελλήνων κατά την Τουρκοκρατία, καθώς το λαθρεμπόριο –το οποίο εκείνη την εποχή αφορούσε κάθε είδους προϊόντα τα οποία φορολογούνταν βαριά και δεν είχε καμία σχέση με τα ναρκωτικά– εθεωρείτο πράξη αντίστασης κατά της τουρκικής εξουσίας, αφού ο λαός γλύτωνε βαρύτατους φόρους.

Η εργατική τάξη της εποχής κατά κύριο λόγο αποτελείται από περιφερόμενους χειρώνακτες εργάτες που εργάζονται 10-12 ώρες την ημέρα κυριολεκτικά για ένα πιάτο φαΐ. Η αυξημένη ανεργία προήγε την αυτοαπασχόληση. Επαγγέλματα, όπως του μανάβη, του χασάπη, του τσαγκάρη, του αμαξά, του ψαρά και όλων των μικροεπιχειρήσεων με χαμηλό κεφάλαιο εκκίνησης, αποτελούν ευνομούμενα επαγγέλματα με κάπως καλύτερη οικονομική κατάσταση. Η ανάγκη της επιβίωσης παράλληλα με τον μύθο του «αυτοδημιούργητου» προσδίδουν μια μεγαλύτερη αίγλη σε αυτούς τους κλάδους και το ρεμπέτικο τους υμνεί.

Τσαγκαράκι (1932) - Κώστας Σκαρβέλης
Ρίτα Αμπατζή
Ο συνθέτης περιγράφει με χιουμοριστικό τρόπο το επάγγελμα το οποίο άσκησε και ο ίδιος. Είναι το δεύτερο τραγούδι του στην Columbia, με τη φωνή της νεαρής τότε Ρίτας Αμπατζή η οποία τραγουδάει ένα ανδρικό θέμα.


Η οπτική γωνία με την οποία βλέπει τα πράγματα το ρεμπέτικο περιορίζεται στο άτομο και στο κάθε ξεχωριστό επάγγελμα κατά τη συγκεκριμένη χρονική περίοδο, εμπνεόμενο από την αίγλη του και επηρεασμένο από το πόσο δημοφιλές είναι το κάθε επάγγελμα μέσα στην κοινωνία. Τα επαγγέλματα της πιάτσας, ψαράδες, χασάπηδες, αμαξάδες, μανάβηδες, έχουν την πρωτοκαθεδρία καθώς είναι τα επαγγέλματα που κυριαρχούν ποσοτικά. Αυτά ως τις αρχές της δεκαετίας του 1950 όταν το κοινωνικό λαϊκό τραγούδι έρχεται να μιλήσει πια για τον βιομηχανικό εργάτη και τον μετανάστη, δηλαδή τον γνήσιο προλετάριο.

Ο ψαράς (1946) - Γιώργος Μητσάκης
Στράτος Παγιουμτζής
Από τα ωραιότερα τραγούδια του Μητσάκη, αφιερωμένο στο επάγγελμα του ψαρά το οποίο ασκούσε ο πατέρας του στην Κωνσταντινούπολη. Τραγουδάει ο Στράτος, ο οποίος είχε υπάρξει και ο ίδιος ψαράς και βαρκάρης.


Πηγές: Messolonghi Press
Δ. Λιβιεράτος: Τα συνέδρια της ΓΣΕΕ
Λίλα Λεοντίδου: Πόλεις της σιωπής
Π. Κουνάδης: Τα Ρεμπέτικα


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου