Τρίτη, 25 Απριλίου 2017

Τετράς η ξακουστή του Πειραιώς: η μήτρα του ρεμπέτικου
Μάρκος Βαμβακάρης, Στράτος, Ανέστης Δελιάς, Γιώργος Μπάτης

Στις αρχές της δεκαετίας του 1930 είχε ξεκινήσει έντονα να προβληματίζει τους υπεύθυνους των δισκογραφικών εταιρειών το πόσο θα μπορούσε να έχει εμπορική επιτυχία η είσοδος του μπουζουκιού στη δισκογραφία. . Εκείνη τη χρονική περίοδο εμφανίζεται ο Μάρκος Βαμβακάρης, ένας από τους νεότερους μπουζουκτσήδες μιας παρέας από τον Πειραιά. Μαζί του ήταν ένας μεγαλύτερος σε ηλικία, ο γεννημένος το 1885 ή 1889 Γιώργος Μπάτης, ο οποίος ανήκε στην πρώτη γενιά των μουσικών που σύχναζαν στον Πειραιά και αποτελούσε κατά κάποιον τρόπο γέφυρα με την «προϊστορία» του ρεμπέτικου.
Μαζί τους ο Ανέστης Δελιάς με τη ζεστή φωνή και τη γλυκιά πενιά και ο Στράτος Παγιουμτζής, η καλύτερη φωνή του πειραιώτικου ρεμπέτικου.
Ο «πατριάρχης» Μάρκος Βαμβακάρης
Τους επόμενους μήνες ο Μάρκος κατάφερε να πείσει τους υπεύθυνους της Columbia και της His Master’s Voice να δοκιμάσουν την ιδιότυπη για την εποχή εκείνη παρέα των μπουζουκτσήδων. Έτσι, το καλοκαίρι του 1932, θα «εισβάλουν» για πρώτη φορά στους θαλάμους ηχογραφήσεων μπουζούκια και μπαγλαμάδες. Πρώτα ο Μπάτης και αμέσως μετά ο Μάρκος θα καταγράψουν τα πρώτα δείγματα της δουλειάς τους, που ως τότε ήταν γνωστή μόνο σε έναν στενό κύκλο «ημιπαράνομων» στον Πειραιά, στη Δραπετσώνα και στις γύρω περιοχές.
Ο Μπάτης ηχογράφησε σε έναν δίσκο τα τραγούδια «Σούχει λάχει» και «Μπάτης ο δερβίσης»  και ο Βαμβακάρης σε δύο δίσκους τα «Εφουμάραμ’ ένα βράδυ» με το οργανικό «Ταξίμ σερφ» και τον «Μαστούρα» με τη «Μόρτισσα χασικλού». Και στα τέσσερα αυτά πρώτα τραγούδια του Μάρκου κιθάρα έπαιξε ο Σπύρος Περιστέρης. Δυστυχώς,  όμως, για άγνωστους λόγους  δεν κυκλοφόρησαν.
«Πήγα στην Columbia, αλλά δεν με προσέξανε. Τα πρώτα τραγούδια εκεί τα γραμμοφώνησα […] αλλά μείνανε στο ράφι» θα διηγηθεί ο Μάρκος.

Στις αρχές του 1933 ο Μάρκος και η παρέα του «μετακομίζουν» στην Odeon - Parlophone. Ο Μάκης Μάτσας, γιος του Μίνωα Μάτσα, περιγράφει το περιστατικό όπως του το αφηγήθηκε ο πατέρας του:
Ο Βαμβακάρης παρουσιάζεται μια μέρα στο γραφείο του Μάτσα, φορώντας ένα μακρύ παλτό, και του λέει: «Αφεντικό, έχω κάτι τραγουδάκια να σου παίξω». «Κάτσε στο πιάνο», λέει ο Μίνως. «Ποιο πιάνο;» ρωτάει ο Μάρκος. Κάνει έτσι και βγάζει από την τσέπη του παλτού του ένα μπαγλαμαδάκι, ενώ αφήνει δίπλα του το σχεδόν άγνωστο ως τότε μπουζούκι. Και μέσα σε μια αποθηκούλα, που χρησίμευε ως χώρος ακροάσεων, αρχίζει να του παίζει τα τραγούδια του. Ο Μάτσας ακούει κάτι καινούργιο, που του αρέσει, τον αναστατώνει, έχει αλήθεια και αμεσότητα, και κλείνει στον Μάρκο ραντεβού για ηχογράφηση. […]

Νίκος Χατζηαποστόλου
Την ημέρα του ραντεβού στο στούντιο προηγείται ο Νίκος Χατζηαποστόλου, που ηχογραφεί μια οπερέτα, ό,τι πιο εμπορικό και αξιόλογο στην τότε μουσική βιομηχανία. Τελειώνοντας την ηχογράφηση ο Χατζηαποστόλου και την ώρα που μαζεύει τις παρτιτούρες του μπαίνει ο Βαμβακάρης με έναν κιθαρίστα, μάλλον τον Σκαρβέλη, και αρχίζουν να προβάρουν τα τραγούδια του Μάρκου. Ακούγοντας τη μουσική, τη βραχνή φωνή του Μάρκου και τους στίχους ο Χατζηαποστόλου, εκνευρισμένος πάει στον Μάτσα. «Μίνω, τι είναι αυτά που θα ηχογραφήσεις;». Με απόλυτη ηρεμία ο Μάτσας του απαντά ότι είναι ένα καινούργιο είδος τραγουδιού που σίγουρα θα εντυπωσιάσει. Ο Χατζηαποστόλου παρακολουθεί για λίγο ακόμη την πρόβα του νεαρού Μάρκου, γυρίζει στον Μάτσα και του λέει: «Αν δεν βγάλεις αυτή τη στιγμή από την αίθουσα αυτά τα κατασκευάσματα εγώ δεν ξαναμπαίνω στο στούντιο να ηχογραφήσω». Ήρεμα ο Μάτσας του απαντά: «Μαέστρο, όπως εγώ δεν ανακατεύομαι στην παρτιτούρα σου, θα σε παρακαλούσα να μην ανακατεύεσαι κι εσύ στη δουλειά μου». Αυτή ήταν και η τελευταία κουβέντα που αντάλλαξαν.
Αν ο Μάτσας υπέκυπτε στην απαίτηση του Χατζηαποστόλου, που ήταν μια προσωπικότητα της εποχής, ίσως ο Βαμβακάρης να μην είχε την ευκαιρία να ηχογραφήσει. Η απόφαση του Μάτσα, αλλά και του Σπύρου Περιστέρη, που ήταν ο βασικός μουσικός σύμβουλός του, ήταν μια επαναστατική επιλογή αναφορικά με την εξέλιξη του ρεμπέτικου, καθώς δίπλα στα ονόματα των μεγάλων ονομάτων της δισκογραφίας και του πάλκου φιγουράριζε πλέον και το όνομα του «Μάρκου του Συριανού».

Γιώργος Μπάτης
Ο Βαμβακάρης, άλλωστε, δεν έκρυβε τον θαυμασμό του για αυτούς τους συνθέτες. Όταν ρωτήθηκε ποιους θεωρεί κορυφαίους, κατέπληξε τους πάντες απαντώντας: «Μα, ο Αττίκ». Και για τους συνθέτες του ρεμπέτικου; «Εγώ δεν ήμουν τίποτα μπροστά στον Τούντα και στον Σκαρβέλη, αυτοί ήταν οι μεγάλοι συνθέτες και συγγραφείς».
Την επόμενη χρονιά, το 1934, και ενώ αυτά συμβαίνουν στη δισκογραφία, μια εντυπωσιακή αλλαγή θα γίνει στη Δραπετσώνα. Στη γνωστή μάντρα του Σαραντόπουλου, στην Ανάσταση του Πειραιά, θα συνυπάρξουν για μία εβδομάδα δύο λαϊκά συγκροτήματα: του Γιώργου Κάβουρα με τον Κώστα Νούρο και τον Στελλάκη Περπινιάδη, με σαντούρια και βιολιά, και το πρώτο λαϊκό συγκρότημα με μπουζούκια, «Η τετράς η ξακουστή του Πειραιώς». Το συγκρότημα του Κάβουρα θα φύγει στο τέλος της εβδομάδας για κάποιο στέκι της Κοκκινιάς ενώ αυτό του Μάρκου θα παραμείνει όλη τη σεζόν.
«Εκεί έπαιζα εγώ, ο Μπάτης, ο Ανέστος και ο Στράτος. Επαίζαμε εκεί 5-6 μήνες. Και εκεί εμαζευόντανε ένας άπειρος κόσμος, πολύς. Δεν μπορούσες να περπατήσεις από τον κόσμο. Ερχόντουσαν από πολλά μέρη, δηλαδή από την Αθήνα και από όλες τις συνοικίες, από τις επαρχίες, και εκαθόντουσαν και γλεντούσαν. Δηλαδή ήταν η πρώτη φορά που έγινε αυτό στον Πειραιά με τη λαϊκή ορχήστρα. Ήταν για πρώτη φορά, ε! Μεγάλη δουλειά!»
Η περιγραφή του Μάρκου δίνει το μέτρο της πρώτης αυτής εμφάνισης της πειραιώτικης κομπανίας. Μιας κομπανίας αποτελούμενης από τέσσερα διαφορετικά από άποψη χαρακτήρα και επαγγέλματος πρόσωπα, προερχόμενα από διαφορετικές περιοχές. Ο Μπάτης από τα Μέθανα, δυνάμει Πειραιώτης, ο Μάρκος από τη Σύρο, ο Στράτος από το Αϊβαλί της Μικράς Ασίας και ο Δελιάς από τη Σμύρνη.
Αυτοί οι τέσσερεις, με προεξάρχοντα τον Μάρκο Βαμβακάρη, θα συμβάλουν στη δημιουργία και στη διάδοση ενός νέου είδους. Τραγούδια πιο «σκληρά» από αυτά του σμυρναίικου ύφους, σε όλα τα επίπεδα: μουσική, όργανα, φωνές και στίχοι, με περιεχόμενο γύρω από τη φτώχεια, την αγάπη, την παρανομία, τα «ναρκωτικά», την εκμετάλλευση, θέματα που αν και παρόντα πάντοτε στο ρεμπέτικο τώρα γίνονται πιο έντονα και πιο πολλά.
Το νέο αυτό είδος, που έμεινε γνωστό ως Πειραιώτικο Ρεμπέτικο, αποτελεί ως και σήμερα τη ραχοκοκαλιά του λαϊκού τραγουδιού στη χώρα μας.

Μάρκος Βαμβακάρης – Εφουμέρναμ’ ένα βράδυ


Μάρκος Βαμβακάρης – Μόρτισσα χασικλού


Γιώργος Μπάτης – Σου 'χει λάχει


Ανέστης Δελιάς – Όταν μπουκάρω στον τεκέ


Μάρκος και Στράτος Παγιουμτζής – Τα ζηλιάρικά σου μάτια


Στράτος Παγιουμτζής - το αηδόνι του ρεμπέτικου

(Αϊβαλί 1904 - Φλόριδα, ΗΠΑ 1971)
O σημαντικότερος τραγουδιστής της κλασικής εποχής του ρεμπέτικου. Είπαν χαρακτηριστικά γι’ αυτόν ότι «στον λαιμό του είχε φωλιές από αηδόνια».
Γεννημένος στη Μικρά Ασία ήρθε στην Ελλάδα πριν από τη Μικρασιατική Καταστροφή. Εγκαταστάθηκε στον Πειραιά. Από παιδί μπήκε στο μεροκάματο, ασκώντας το επάγγελμα του βαρκάρη και κάνοντας μεταφορές μαζί με τον πατέρα του (παρότι αργότερα του δόθηκε το παρατσούκλι «τεμπέλης»), αλλά το μεγάλο πάθος του ήταν το τραγούδι. Γρήγορα γνωρίστηκε με την πειραιώτικη παρέα του ρεμπέτικου. Μαζί με τους Μάρκο Βαμβακάρη, Ανέστη Δελιά και Γιώργο Μπάτη έφτιαξαν την πρώτη αμιγώς μπουζουξίδικη λαϊκή ορχήστρα, τη γνωστή ως «Τετράς του Πειραιώς», στην καθαρευουσιάνικη εκδοχή του Μπάτη.
Στην κομπανία τραγουδούν όλοι, όμως ο Στράτος είναι ο βασικός τραγουδιστής. Την ίδια χρονιά ο Μάρκος ετοιμάζεται να ηχογραφήσει τον πρώτο του δίσκο. Πηγαίνει στην εταιρεία για να παίξει τα τραγούδια του, αλλά όχι και να τα τραγουδήσει, καθώς η κομπανία είχε βασικό τραγουδιστή τον Στράτο και ο Βαμβακάρης δεν πίστευε στις φωνητικές του ικανότητες. Ο Σπύρος Περιστέρης όμως, ο διευθυντής της εταιρείας, επιμένει να είναι ο Μάρκος ο ερμηνευτής των τραγουδιών του. Έτσι, δημιουργείται το εξής παράδοξο: στο πάλκο τα τραγούδια του Μάρκου να ερμηνεύονται από τον Στράτο και στη δισκογραφία από τον Μάρκο.
Την ίδια περίοδο εμφανίζεται στη δισκογραφία και ο Γιώργος Μπάτης. Ηχογραφεί πρώτα το τραγούδι «Μπάτης ο δερβίσης» και ετοιμάζεται να ηχογραφήσει το «Ζεϊμπεκάνο σπανιόλο». Η κομπανία προβάρει το τραγούδι, ο Μπάτης όμως δεν μπορεί να τραγουδήσει και έτσι ηχογραφείται με τη φωνή του Στράτου. Ακολουθούν τα τραγούδια «Οι σφουγγαράδες» και «Μάγκες καραβοτσακισμένοι» και το 1936 ο Στράτος ερμηνεύει τραγούδια και του τέταρτου της παρέας, του Ανέστη Δελιά («Μάγκες πιάστε τα βουνά», «Τον άντρα σου και μένα» κ.ά.).
Ο Στράτος (δεξιά) με τον Μάρκο Βαμβακάρη
Στα πρώτα χρόνια της δισκογραφικής παρουσίας των Πειραιωτών ο Στράτος συμμετέχει στις περισσότερες ηχογραφήσεις, ακόμα και όταν δεν τραγουδάει. Σε πολλά από τα πρώτα τραγούδια του Μάρκου παίζει μπαγλαμά ή ποτηράκια, ενώ δεκάδες είναι οι δίσκοι όπου η φωνή του χαιρετίζει τους συμμετέχοντες στην ηχογράφηση («Γεια σου Μάρκο με τις ζωντανές σου τις πενιές», «Γεια σου Σπύρο μου με το μπουζουκάκι σου»). Καμιά φορά χαιρετίζει και τον εαυτό του! («Γεια σου και σένα ρε Στράτο, με τον τζουρά σου»).
Στα μέσα της δεκαετίας του ’30 η φωνή του Στράτου Παγιουμτζή είναι ήδη μύθος. Από τότε αναφέρεται μόνο με το μικρό του όνομα, ακόμα και σε ετικέτες δίσκων. Το 1935 τον χρησιμοποιεί ως ερμηνευτή ο Βαγγέλης Παπάζογλου («Σαν εγύριζα απ’ την Πύλο») και από το 1937 και άλλοι μεγάλοι Μικρασιάτες δημιουργοί: Ο Παναγιώτης Τούντας («Περσεφόνη μου γλυκιά», «Είν’ ευτυχής ο άνθρωπος» κ.ά.), ο Κώστας Σκαρβέλης («Σε γελάσανε», «Ο κόσμος πλούτη λαχταρά» κ.ά.) και ο Σπύρος Περιστέρης («Θαλασσινό μεράκι», «Για σένα μαυρομάτα μου» κ.ά.).
Το 1938 ο Στράτος θα τραγουδήσει Μανώλη Χιώτη («Δεν λες το ναι και συ») και μερικά απ’ τα καλύτερα τραγούδια του Μπαγιαντέρα («Γυρνώ σαν Νυχτερίδα», «Χατζηκυριάκειο»). Με τον Βασίλη Τσιτσάνη είχε γνωριστεί μερικούς μήνες νωρίτερα και μαζί του θα ξεκινήσει μια πολύχρονη συνεργασία. Δεκάδες πασίγνωστα τραγούδια του Τσιτσάνη πρωτοηχογραφήθηκαν με τη φωνή του Στράτου Παγιουμτζή, κάτι που δεν είναι καθόλου άσχετο με την επιτυχία τους.
Μετά την Κατοχή, ο Στράτος συνεχίζει τη συνεργασία του με τους παλαιότερους λαϊκούς δημιουργούς (Μάρκο, Τσιτσάνη, Χιώτη κ.λπ.) και με νέους, όπως ο Απόστολος Καλδάρας («Πάνω σ’ ένα βράχο») και ο Γιώργος Μητσάκης («Μάγκας βγήκε για σιργιάνι»). Θα συνεχίσει στη δισκογραφία ως τα μέσα της δεκαετίας του ’50, οπότε με την άνθηση του αρχοντορεμπέτικου η καριέρα του θα πάρει την κατιούσα.

Στις αρχές της δεκαετίας του ’60 ο Γιώργος Ζαμπέτας τον ξαναφέρνει στο προσκήνιο, εκμεταλλευόμενος τη μεγάλη του επιρροή στις εταιρείες. Ο Στράτος ηχογραφεί προπολεμικά ρεμπέτικα του Απόστολου Χατζηχρήστου, του Τσιτσάνη και άλλων δημιουργών, τον περίφημο αμανέ «Μινόρε του Στράτου» και τον ύμνο του Ολυμπιακού. Εκτός απ’ τη δισκογραφία, ο Στράτος επανέρχεται στα λαϊκά πάλκα, όπου δούλευε ασταμάτητα από το 1934 ως το 1955.
Τον Οκτώβριο του 1971 καταφέρνει να βγάλει διαβατήριο (το 1937 είχε συλληφθεί για χρήση χασίς και πήγε εξορία) και να πάει στη Νέα Υόρκη. Δούλεψε στη «Σπηλιά», όπου αποθεωνόταν από τους ομογενείς. Στις 16 Νοεμβρίου 1971 «έσβησε» πάνω στο πάλκο, σε ηλικία 67 ετών. Για να τον γυρίσουν στην πατρίδα και να τον κηδέψουν χρειάστηκε να γίνει έρανος από παλιούς φίλους και συνεργάτες του, ενώ τα έξοδα της κηδείας κάλυψε ο Γιώργος Ζαμπέτας.

Γυρνώ σαν Νυχτερίδα
Μουσική - στίχοι Δημήτρης Γκόγκος (Μπαγιαντέρας)


Χαρέμια με διαμάντια
Μουσική - στίχοι Βασίλης Τσιτσάνης


Καραβοτσακίσματα
Μουσική - στίχοι Μάρκος Βαμβακάρης


Ανέστης Δελιάς - «Ένας άγγελος πεταμένος στα σκουπίδια!»

Η φράση αυτή του Μάρκου Βαμβακάρη συμπυκνώνει τον σύντομο βίο του Ανέστη Δελιά. Εκπληκτικός μουσικός –κάτι στο οποίο συμφωνούν όλοι όσοι τον γνώρισαν– καλό παιδί, αλλά αδύναμος χαρακτήρας, ήταν ο μόνος πρεζάκιας μουσικός του Μεσοπολέμου (οι παλιοί ρεμπέτες μιλούσαν για έναν ακόμη, που όμως απεξαρτήθηκε).
Γεννήθηκε στη Σμύρνη το 1912 από ευκατάστατη οικογένεια εμπόρων και ήρθε στην Ελλάδα μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή. Ο πατέρας του έπαιζε βιολί, γνωστός με το παρατσούκλι «μαύρη γάτα», χαρακτηρισμός που ακούγεται σε ένα τραγούδι του Ανέστη.
Ο Δελιάς πρωτοεμφανίζεται στα στέκια του Πειραιά το 1928 παίζοντας κιθάρα στην παρέα του Μπάτη, του Μάρκου, του Στράτου και άλλων Πειραιωτών ρεμπέτηδων. Από το 1930, έπειτα από προτροπή του Μάρκου, θα παρατήσει την κιθάρα και θα πιάσει το μπουζούκι. Θα εξελιχθεί ραγδαία και θα συμμετέχει στην «Τετράδα του Πειραιώς», ενώ θα μείνει γνωστός στον χώρο του ρεμπέτικου με το παρατσούκλι «Αρτέμης». Άλλοι λένε ότι το οφείλει στην ομοιότητά του με έναν μάγκα-γόη του Πειραιά και άλλοι ότι του το κόλλησε ο Γιώργος Μπάτης για να εξυπηρετήσει τη ρίμα στα απίστευτα στιχάκια των τραγουδιών του:
Ήταν ο Μπάτης και ο Αρτέμης
και ο Στράτος ο τεμπέλης (από το «Ζεϊμπέκικο σπανιόλο»).

Ο Ανέστης Δελιάς (καθιστός με το ανοιχτόχρωμο κοστούμι) ανάμεσα
στον Σπύρο Περιστέρη (δεξιά) και τον Μιχάλη Γεννίτσαρη (αριστερά)
Όρθιος πίσω από τον Δελιά ο Γιάννης Παπαϊωάνου


Στη διετία 1935-1937 ο Δελιάς θα ηχογραφήσει περί τα 12 τραγούδια, μεταξύ των οποίων «Το χαρέμι στο χαμάμ», «Το κουτσαβάκι», «Η Αθηναίισσα», «Το σακάκι», «Ο Νίκος ο τρελάκιας», «Ο πόνος του πρεζάκια», «Δεν είδανε τα μάτια μου», «Όταν μπουκάρω στον τεκέ», «Μάγκες πιάστε τα βουνά», «Τζιτζιφιώτισσα», «Έκανες τη φιγούρα σου». Παράλληλα θα συμμετέχει και σε ηχογραφήσεις άλλων δημιουργών, σε τραγούδια του Μπάτη, σε αμανέδες του Στράτου κ.ά. Με την επιβολή της μεταξικής λογοκρισίας θα θεωρηθεί απόβλητος και οι παραπάνω ηχογραφήσεις είναι τα μοναδικά ίχνη που θα αφήσει στη δισκογραφία.
Σύμφωνα με όλες τις μαρτυρίες ήταν πολύ ευαίσθητος, ήσυχος και ντροπαλός («σαν κορίτσι», αναφέρει χαριτολογώντας ο Μιχάλης Γενίτσαρης). Συγχρόνως όμως τα τραγούδια του είναι μάγκικα και αποτελούν άμεση περιγραφή του εξωτερικού αλλά και του εσωτερικού του κόσμου. Το παίξιμό του είναι καθαρά προσωπικό και οι συνθέσεις του εντελώς πρωτότυπες.
Μια πόρνη, ονόματι Σκουλαρικού, που δούλευε σε οίκο ανοχής στα Βούρλα, θα τον «μυήσει» στην κόλαση της ηρωίνης. Σύμφωνα με μαρτυρία του Κηρομύτη, η εν λόγω πόρνη με ένω χωνάκι από χαρτί έριχνε την άσπρη σκόνη σο ρουθούνι του Δελιά την ώρα που αυτός κοιμόταν, προσαρμόζοντας τη δόση με την αναπνοή του. Σιγά σιγά ο Δελιάς θα αρχίσει να δημιουργεί προβλήματα στην «Τετράδα» και όταν το πράγμα φτάσει στο απροχώρητο οι υπόλοιποι θα αναγκαστούν να τον αντικαταστήσουν με τον Στέλιο Κηρομύτη.

Ο «Αρτέμης» (δεύτερος από αριστερά) με παρέα
Ο Δελιάς θα κάνει αρκετές προσπάθειες να ξεφύγει από το πάθος του. Οι φίλοι του, πρωτοστατούντος του Μάρκου, θα τον βοηθήσουν όσο μπορούν (έφτασαν να τον κλειδώσουν σε ένα δωμάτιο για να τον προσέχουν, όμως μερικές μέρες αργότερα πήδησε από το παράθυρο και εξαφανίστηκε!) ενώ την κατάστασή του θα επιδεινώσει και το ελληνικό κράτος, στέλνοντάς τον εξορία στην Ίο, όπου τα σκληρά ναρκωτικά ήταν πιο διαδεδομένα από ό,τι στην Αθήνα!
Γυρίζοντας στον Πειραιά ο Δελιάς είναι πια στο τελευταίο στάδιο. Τη χαριστική βολή θα του τη δώσει η γερμανική κατοχή: πείνα και πρέζα είναι ένας δολοφονικός συνδυασμός. Το 1944 θα τον βρουν νεκρό στο πεζοδρόμιο έξω από τη Βαρβάκειο και θα τον μαζέψει το κάρο του δήμου. Όσοι τον γνώρισαν ή τον άκουσαν διά ζώσης συμφωνούν ότι ο Δελιάς είχε να δώσει πολλά. Όλοι μιλούν για ένα πολύ μεγάλο ταλέντο που χάθηκε πρόωρα, προτού καλά καλά κλείσει τα 32 του χρόνια. Μερικοί μάλιστα φτάνουν να συγκρίνουν το ταλέντο του ακόμη και με αυτό του Τσιτσάνη.

Ο πόνος του πρεζάκια (1936)


Στο τραγούδι αυτό ο Ανέστης Δελιάς λέει στην τελευταία στροφή: Τίποτα δε μ’ απόμεινε/ στον κόσμο για να κάνω/ αφού η πρέζα μ’ έκανε/ στους δρόμους ν’ αποθάνω.
Πολλοί είπαν ότι ήταν προφητικός, όμως δεν κατάφερε να αλλάξει το πεπρωμένο του που ήταν καθημερινά μπροστά στα μάτια του, στα πρόσωπα των εκατοντάδων εξαθλιωμένων τοξικομανών που ζούσαν στον Πειραιά.

Κουτσαβάκι (1936)


Τραγούδι της μαγκιάς, όπου θίγονται ζητήματα «θεσμών και αρχών του χώρου», ενώ η χρήση του χασίς θεωρείται τιμητική διάκριση. Μπουζούκι παίζει ο Δελιάς, κιθάρα ο Κώστας Καρίπης και μπαγλαμά ο Γιώργος Μπάτης.

Το χαρέμι στο χαμάμ (1936)


Το διασημότερο τραγούδι του Δελιά που μπορούμε να το κατατάξουμε στην κατηγορία των τραγουδιών φαντασίας, με ονειρικές καταστάσεις για χαρέμια, χανούμια, χασίσια, αργιλέδες κ.λπ. Εξακολουθεί να παίζεται στα ρεμπέτικα πάλκα, από τα οποία δεν έλειψε ποτέ, παρά τις κακοποιήσεις του και τις κλοπές ιδιοκτησίας που έχει υποστεί από τους κατά καιρούς «συναδέλφους» του αδικοχαμένου συνθέτη.

Γιώργος Μπάτης - Ο πολυτεχνίτης χιουμορίστας

Το μεγαλύτερο μέλος της «Τετράδος της ξακουστής του Πειραιώς». Αποτέλεσε τη γέφυρα ανάμεσα στο πρώιμο περιθωριακό ρεμπέτικο του τέλους του 19ου αιώνα και στα νεότερα ρεμπέτικα του Μεσοπολέμου. Υπηρέτησε ως στρατιώτης περίπου 10 χρόνια, από την έναρξη των Βαλκανικών πολέμων, το 1912, ως τη Μικρασιατική Εκστρατεία.
Από τους σημαντικότερους ρεμπέτες της προπολεμικής εποχής, γνωστός και ως Γιώργος Αμπάτης. Το πραγματικό του όνομα ήταν Γιώργος Τσορός. Γεννήθηκε στα Παλαιά Λουτρά Μεθάνων το 1885 ή το 1889 και σε ηλικία 8 ετών μετακόμισε στον Πειραιά. Έμαθε μπαγλαμά στις στρατιωτικές φυλακές, όπου τον έκλειναν τακτικά γιατί λιποτακτούσε. Από το 1915 έπαιζε μπαγλαμά και τραγουδούσε στους τεκέδες και στα ταβερνάκια του Πειραιά.
Το 1925 άνοιξε το πρώτο του χοροδιδασκαλείο, την «Κάρμεν», στη Δραπετσώνα και το 1931 ένα καφενείο-τεκέ, το «Ζορζ Μπατέ», στα Λεμονάδικα του Καραϊσκάκη (Ακτή Τζελέπη), όπου σύχναζαν όλοι οι μάγκες της εποχής. Έξι χρόνια αργότερα του το έκλεισαν και αναγκάστηκε να ανοίξει άλλο στο Γιουσουρούμ του Πειραιά, όπου συνέχισε να διδάσκει το μπουζούκι. Παράλληλα εξασκούσε και άλλα επαγγέλματα, όπως ερασιτέχνης οδοντίατρος (πουλούσε «ελιξίρια» για τα δόντια, για τους κάλους κ.λπ.), παλαιοπώλης, ενεχυροδανειστής, μικροπωλητής κ.ά. Τα καμώματα και η συμπεριφορά του θυμίζουν τον κεντρικό ήρωα του Θεάτρου Σκιών.

Ο Γιώργος Μπάτης με τον Μάρκο
Το 1934, μαζί με τον Μάρκο Βαμβακάρη, τον Ανέστη Δελιά και τον Στράτο Παγιουμτζή, σχημάτισαν το πρώτο ρεμπέτικο συγκρότημα και εμφανίστηκε στην «Ανάσταση» του Πειραιά, στο μαγαζί του Κωνσταντόπουλου (δύο μπουζούκια, μπαγλαμάς και τραγούδι). Ήταν η «Τετράς η ξακουστή του Πειραιώς», όπως την ονόμασε ο ίδιος.
Αν και ηχογράφησε μόνο 16 τραγούδια σε δίσκους γραμμοφώνου, υπήρξε ένας από τους θεμελιωτές του κλασικού πειραιώτικου ρεμπέτικου τραγουδιού. Οι σημαντικότερες επιτυχίες του: «Ο τεκές του Μπάτη», «Ο Ωρωπός», «Από κάτω απ' το ραδίκι», «Βάρκα μου μπογιατισμένη», «Η Παπαδιά», «Ο Θερμαστής», «Κάτω στην Άγια Μαρίνα», «Ατσιγγάνα με φωνάζουν», «Εφουμέρναμε χασίσι», «Ο γαλατάς», «Η Αλεξάνδρα», «Γιαχνί σοκάκι», «Κάτω στο γυαλό στην άμμο», «Φωνογραφητζήδες», «Βλέπω τέσσεροι παρέα», «Στρατώνα», «Καμηλιέρικο», «Ζεϊμπεκάνο Σπανιόλο» («Ζούλα σε μια βάρκα μπήκα»), «Ο Mπουφετζής», «Σούχει λάχει», «Μάγκες καραβοτσακισμένοι», «Το μπαρμπεράκι», «Γυφτοπούλα στο χαμάμ» κ.ά.

Ο Μπάτης (αριστερά) με μαθητές του
Στο σπίτι του διατηρούσε μια συλλογή από πέντε μπουζούκια, δύο μπαγλαμάδες, ένα μισομπούζουκο, μια κιθάρα και μια ρομβία - λατέρνα. Είχε πολύ έντονη την αίσθηση του χιούμορ και οι πλάκες του άφησαν εποχή. Ντυνόταν πάντοτε στην «πένα», στο κλασικό στυλ του «παλιόμαγκα», με μαύρο κουστούμι, άσπρο πουκάμισο, παπιγιόν, σκληρό καπέλο και κρατούσε μπαστουνάκι. Φορούσε στιβάλια μυτερά και ψηλοτάκουνα, χαρακτηριστικά παπούτσια των «Κουτσαβάκηδων».
Τα τελευταία χρόνια της ζωής του τριγύριζε στα γνωστά του στέκια, ταβέρνες και καφενεία του Πειραιά, παίζοντας στις παρέες τραγούδια από το ένδοξο παρελθόν του. Πέθανε στις 10 Μαρτίου 1967 και κηδεύτηκε, σύμφωνα με την επιθυμία του, παρέα με τον αγαπημένο του μπαγλαμά.

Ζεϊμπέκικο σπανιόλο (1934) με τον Στράτο Παγιουμτζή


Το είδος αυτό του ζεϊμπέκικου αποκαλείται καμηλιέρικο γιατί έλεγαν πως το χόρευαν οι καμηλιέρηδες της Μικράς Ασίας. Αν δεν αναφερόταν στην ετικέτα του δίσκου το όνομα του Στράτου Παγιουμτζή, θα νόμιζε κανείς ότι τραγουδάει ο Μπάτης. Σύμφωνα με τις περιγραφές εκείνων που συμμετείχαν στην ηχογράφηση, ενώ είχε γίνει κανονικά πρόβα με τον Μπάτη ως τραγουδιστή, μετά το διάλειμμα όταν επέστρεψε, ήταν σε τέτοια κατάσταση που ήταν αδύνατον να τραγουδήσει λόγω της χρήσης χασίς. Έτσι τον αντικατέστησε ο Στράτος.

Ο μπουφετζής (1935)


Πρόκειται για το διασημότερο τραγούδι του Μπάτη και έχει μια πολύ ενδιαφέρουσα ιστορία. Η μελωδία του προέρχεται από ένα παλιό αμερικάνικο τραγούδι της ταβέρνας, το οποίο πατούσε πάνω σε μελωδία ενός από τους «Ύμνους του Ευαγγελίου». Την ίδια μελωδία χρησιμοποίησε ο Τσάρλι Τσάπλιν στις μικρές βωβές κινηματογραφικές ταινίες που γύρισε το 1914, και συγκεκριμένα στο επεισόδιο «Ο Σαρλώ στο πρεβαντόριο». Παίζουν τα μέλη της Τετράδας και δεύτερο μπαγλαμά ο Σωτήρης Γαβαλάς.

Γυφτοπούλα στο χαμάμ (1934)


Το τραγούδι αυτό πέρασε απαρατήρητο στην εποχή του, αφού ελάχιστα αντίτυπα του δίσκου διατέθηκαν. Όταν επανήλθε στη δισκογραφία, πρώτα από τον Μπάμπη Γκολέ και μετά από τη Γλυκερία, έγινε (και παραμένει) τεράστια επιτυχία.

Πηγές:
► Π. Κουνάδης, «Ο αινιγματικός κ. Μίνως»
► Αγγελική Βέλλου-Κάιλ, «Μάρκος Βαμβακάρης: Αυτοβιογραφία»
► Ηλίας Βολιώτης Καπετανάκης: Μάγκες Αλήστου Εποχής (Εκδ. Μετρονόμος)
► Τάσος Σχορέλης: Ρεμπέτικη Ανθολογία, Τόμος Α’ (Εκδ. Πλέθρον)
► Κώστα Χατζηδουλή: Ρεμπέτικη Ιστορία 1 (Εκδ. Νεφέλη)
► Παναγιώτης Κουνάδης, Τα Ρεμπέτικα (Εκδ. ΤΑ ΝΕΑ)



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου