Πέμπτη, 17 Μαΐου 2018

Ο Γιοβάν Τσαούς και οι «Πέντε μάγκες» του

Ο Γιάννης Εϊτζιρίδης ή Ετσειρίδης, γνωστός σε όλους ως Γιοβάν Τσαούς, γεννήθηκε από Έλληνες γονείς στην πόλη Κασταμονή της ευρύτερης περιφέρειας Κασταμονής (αρχαία Παφλαγονία) το 1893.
Ο Γιοβάν Τσαούς ή Γιάννης ο Λοχίας, από τον βαθμό που είχε όταν υπηρέτησε στον τουρκικό στρατό (Γιοβάν=Γιάννης και Τσαούς=Λοχίας στα Τουρκικά) πρέπει να ασχολήθηκε, σύμφωνα με πληροφορίες, από πολύ μικρός με τη μουσική. Φίλοι και συνεργάτες του αφηγούνται ότι είχε αποκτήσει φήμη σε διάφορες περιοχές της Μικράς Ασίας, όπου ζούσε ασκώντας το επάγγελμα του μουσικού και του οργανοπαίκτη, και ότι συνεργάστηκε με πολλούς Τούρκους συναδέλφους του, παίζοντας ακόμη και στην Αυλή του σουλτάνου Αβδούλ Χαμίτ.
Στην Ελλάδα εγκαταστάθηκε μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή και την άφιξη των προσφύγων, μάλλον το 1923. Έπειτα από την ταλαιπωρία των πρώτων χρόνων στα αντίσκηνα εγκαταστάθηκε σε ένα διώροφο σπίτι κοντά στον σιδηροδρομικό σταθμό του Πειραιά. Το ισόγειο το χρησιμοποιούσε ως ραφείο, ασκώντας το επάγγελμα του ράφτη, ενώ από το 1932 το μετέτρεψε σε ουζερί. Εν τω μεταξύ είχε παντρευτεί, το 1927, τη σύντροφο της ζωής του Αικατερίνη Χουρμούζη ή Χαρμουτζή, που του συμπαραστάθηκε όλα τα χρόνια της ενασχόλησής του με τη μουσική γράφοντας στίχους για τα τραγούδια του.

Έχοντας θέα τα βαγόνια των τρένων, όπου έβρισκαν καταφύγιο κάθε είδους τοξικομανείς, ο Γιοβάν Τσαούς θα επηρεαστεί βαθύτατα από την τραγικότητα της ζωής τους και θα γράψει μερικά από τα ωραιότερα ρεμπέτικα με θέμα τα ναρκωτικά. Μεταξύ αυτών «Ο πρεζάκιας», σε στίχους της γυναίκας του.

«Ο πρεζάκιας»


Το 1937 και ως τον θάνατό τους, το 1942, ο Γιοβάν και η Αικατερίνη μετακόμισαν στην Κοκκινιά. Ανεξάρτητα από τις αναφορές για τη ζωή του στην Τουρκία, στην Ελλάδα ο Τσαούς δεν είδε ποτέ επαγγελματικά την ενασχόλησή του με τη μουσική. Δεν ανέβηκε ποτέ σε πάλκο, με τη μορφή που είχε πάρει τα χρόνια εκείνα, καθώς διαφωνούσε με τον τρόπο λειτουργίας των μαγαζιών και τον τρόπο διασκέδασης των θαμώνων («Δεν παίζω εγώ για να χορεύουν οι πουτάνες» ήταν η μόνιμη επωδός του στις κατά καιρούς προτροπές να δουλέψει επαγγελματικά), προτιμώντας να γράφει και να παίζει για το κέφι του και για την παρέα του.

Παναγιώτης Τούντας
Δεν είναι γνωστό πώς γνώρισε τον Παναγιώτη Τούντα (τότε καλλιτεχνικό διευθυντή εταιρειών δίσκων) και πώς εκείνος τον έπεισε να συμμετάσχει σε μερικά από τα ωραιότερα και διασημότερα τραγούδια του, όπως τα «Εγώ θέλω πριγκιπέσσα», «Η Βαρβάρα», «Η Μαρίκα η δασκάλα» κ.ά. Χάρη σε αυτή τη σχέση όμως μας άφησε ένα μικρό δείγμα των δικών του δημιουργιών. Συνολικά η δισκογραφική του παραγωγή είναι 12 τραγούδια («Πέντε μάγκες του Περαία», «Βλάμισσα», «Διαμάντω αλανιάρα», «Γιοβάν Τσαούς», «Γελασμένος», «Παραπονιούνται οι μάγκες», «Κατάδικος», «Μάγκισσα», «Σε μια μικρούλα», «Η Ελένη η ζωντοχήρα», «Ο πρεζάκιας» και «Δροσάτη Πελοπόννησος») ενώ συμμετείχε σε 10 τραγούδια άλλων συνθετών.
Στις ηχογραφήσεις των τραγουδιών χρησιμοποίησε έναν επίσης ερασιτέχνη τραγουδιστή, τον μηχανουργό Αντώνη Καλυβόπουλο, και έναν υπερεπαγγελματίια και από τους καλύτερους της εποχής, τον Στελλάκη Περπινιάδη. Από τις ηχογραφήσεις αυτές, που έγιναν μεταξύ 1935 και 1937 (όπως φαίνεται αρνήθηκε και αυτός να συνεχίσει μετά την επιβολή της μεταξικής λογοκρισίας), γίνονται φανερές οι γνώσεις του στους χειρισμούς των «δρόμων» της ανατολίτικης μουσικής και η δεξιοτεχνία του.

Αντώνης Καλυβόπουλος
Στελλάκης Περπινιάδης
Μετέδωσε πολλές από τις γνώσεις του στα μέλη της Πειραιώτικης Κομπανίας, τον Βαμβακάρη, τον Μπάτη, τον Δελιά, τον Παγιουμτζή, με τους οποίους ήταν φίλος και έπαιζαν μαζί σε διάφορες παρέες.
Πέθανε το 1942, στη διάρκεια της γερμανικής κατοχής, μαζί με τη σύζυγό του Αικατερίνη από τροφική δηλητηρίαση έπειτα από κατανάλωση ακατάλληλων τροφίμων, πιθανώς αλεύρι που είχε βραχεί από θαλασσόνερο, το οποίο λέγεται ότι μάζεψαν από τα σκουπίδια. Σημαντικό είναι το γεγονός ότι όλοι όσοι τον γνώρισαν τον περιγράφουν ως έναν ήρεμο, καλόκαρδο και αυστηρών ηθικών αρχών άνθρωπο. Το ιδιαίτερο προσωπικό του ύφος, η μοναχικότητά του, τα «δύστροπα», όπως τα είχε χαρακτηρίσει ο Μάρκος Βαμβακάρης, όργανά του με τις περίεργες διατάξεις των διαστημάτων δημιούργησαν έναν μύθο γύρω από το όνομά του, τις ικανότητες και τις γνώσεις του. Μάλιστα είναι χαρακτηριστικό το περιστατικό με τον Μάρκο, που προσπάθησε μάταια να παίξει με το μπουζούκι του Τσαούς, δεν τα κατάφερε και παραλίγο να το σπάσει, λέγοντας ότι αυτά τα όργανα έχουν ένα μόνο αφεντικό.

O Γιοβάν Τσαούς (αριστερά) μπροστά στο καφεουζοπωλείον του «Η Συνάντησις» το 1930

Πέντε μάγκες του Περαία
Μεταξύ των τραγουδιών του Γιοβάν Τσαούς που πέρασαν στη δισκογραφία το γνωστότερο ίσως είναι το «Πέντε μάγκες του Περαία», σε στίχους της γυναίκας του Αικατερίνης Χαρμουτζή, με τον Αντώνη Καλυβόπουλο.



Πέντε μάγκες του Περαία πέρναγαν απ' τον τεκέ
Ένας είπε απ' την παρέα πά’ να πιούμε ναργιλέ
Μπήκαν μέσα να φουμάρουν φώναξαν τον τεκετζή
Πιάσε ένα ναργιλέ αφράτο με Περσίας τουμπεκί

Δύο τάλιρα τον δίνεις τρία θα πληρώσουμε
Αν η γκλάβα θα γεμίσει θα σε προτιμήσουμε
Φούμαραν και ήταν τζούρα φώναξαν τον τεκετζή
Δεν κατάλαβαν μαστούρα ήταν σκέτο τουμπεκί

Εσύ νόμιζες πως έχεις τίποτα κορτάκηδες
ούτε πιτσιρίκια έχεις μήτε και πρεζάκηδες
Πάν’ εκεί στο βουναλάκι έχω ζούλα ναργιλέ
πάμε μάγκες να τον πιούμε να μην πάμε στον τεκέ

Εσύ νόμιζες πως έχεις τίποτα κορτάκηδες
Ούτε πιτσιρίκια έχεις μήτε και πρεζάκηδες
Αν θα κλείσουν τους τεκέδες Πειραιά Κρεμυδαρού
Τότε πια θα κουβαλάω στη σπηλιά την κουρελού.

Πρόκειται για ένα από τα κορυφαία χασικλίδικα ρεμπέτικα και για το πλέον χαρακτηριστικό τραγούδι, που επισημαίνει με σαφήνεια τη διαφορά ανάμεσα στους χρήστες του χασίς και σε αυτούς της ηρωίνης. Είναι ταυτόχρονα περιγραφικό της διάθεσης από την οποία διακατέχονταν οι χασικλήδες απέναντι στους πρεζάκηδες. Μάλιστα είναι γραμμένο την εποχή που πλησίαζαν η εφαρμογή της νομοθεσίας που απαγόρευε το χασίς και το κλείσιμο των τεκέδων. Ενδιαφέρουσα είναι η αναφορά της Κρεμμυδαρούς, παλιάς ονομασίας της Δραπετσώνας.
Το τραγούδι είχε πανελλήνια απήχηση την εποχή της κυκλοφορίας του, αφού, όπως σχολιάζει εφημερίδα, «Οι πέντε μάγκες ξεκίνησαν μεν από τον Πειραιά, αλλά σύντομα κατέλαβαν όλη τη χώρα, αφού όπου σταθείς κι όπου βρεθείς τους συναντάς μπροστά σου».

Διαμάντω αλανιάρα
Τραγουδά ο Στελλάκης Περπινιάδης


Η Ελένη η ζωντοχήρα
Τραγουδά ο Αντώνης Καλυβόπουλος


Παραπονιούνται οι μάγκες μας
Τραγουδά ο Στελλάκης Περπινιάδης


Εγώ θέλω πριγκιπέσσα
Μουσική - στίχοι: Παναγιώτης Τούντας, Μπουζούκι Γιοβάν Τσαούς
Τραγουδά ο Στελλάκης Περπινιάδης



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου