Τετάρτη, 16 Ιανουαρίου 2013

Η Παπαλάμπραινα και η «ιστορία» της

Ένα πασίγνωστο τραγούδι της λαϊκής μας παράδοσης ολόκληρων γενεών είναι η χιλιοτραγουδισμένη «Παπαλάμπραινα». Οι περιοχές που «ερίζουν» για την προέλευσή του πολλές. Της Πελοποννήσου ο θρύλος ωστόσο είναι ο επικρατέστερος, και την πηγή την αντλούμε από την εκπομπή της ΕΡΤ «Η μηχανή του χρόνου».
Η ιστορία αναφέρεται ότι ένας χωρικός από την Πυλία του νομού Μεσσηνίας που είχε πρωτεύουσα την Πύλο έγραψε αυτό το τραγούδι, θέλοντας να αφηγηθεί ένα αληθινό γεγονός. Το περιστατικό έχει ως εξής:
Το 1860 ο παπα-Λάμπρος Ζέρβας ήταν εφημέριος στο χωριό Ρωμύρι της Πυλίας. Ένας συγχωριανός του, ο Σταύρος Φιτσιάλος, συνεργάστηκε με μια συμμορία για να τον ληστέψουν. Συνεννοήθηκε λοιπόν μαζί τους για να πάνε στο Ρωμύρι και να κλέψουν τον παπά.
Δύο από τους κλέφτες προσποιήθηκαν τάχα ότι ήθελαν να αγοράσουν ένα βόδι που πουλούσε  και πήγαν στο σπίτι του. Ο παπάς όμως δεν βρισκόταν στο σπίτι γιατί είχε πάει στην Πύλο να φέρει το παιδί του που πήγαινε σχολείο εκεί. Γύρισε αργά στο χωριό και έτσι προσφέρθηκε να φιλοξενήσει τους ξένους στο σπίτι του τη νύχτα.


Το βράδυ, όταν η οικογένεια κοιμήθηκε, οι κλέφτες ειδοποίησαν τους συντρόφους τους, που είχαν κρυφτεί έξω από το χωριό, και μπήκαν όλοι αθόρυβα στο σπίτι, οπότε άρχισαν να το ψάχνουν χωρίς να βρουν χρήματα. Τότε άρχισαν να βασανίζουν τον παπά για να τους πει πού τα είχε κρυμμένα. Η Παναγιώτα, μία από τις κόρες του παπά, κατάφερε να ξεφύγει και  κατέβηκε στο κατώι και από έναν φεγγίτη άρχισε να φωνάζει καλώντας σε βοήθεια.
Το χωριό αμέσως ξύπνησε. Οι άντρες πήραν τα τουφέκια και άρχισαν να ρίχνουν. Οι κλέφτες τότε φοβήθηκαν και το έβαλαν στα πόδια. Δύο από αυτούς, όμως, τραυματίστηκαν -ο ένας μάλιστα θανάσιμα. Εξαιτίας του θανάτου του κλέφτη έγινε μεγάλος ντόρος σε ολόκληρη την Πυλία και ένας χωριάτης έφτιαξε το τραγούδι, που έχει σωθεί μέχρι σήμερα με κάποιες παραλλαγές στους στίχους σε ορισμένες περιπτώσεις.
Η ιστορία δεν σταματάει όμως εδώ.
Το παιδί που πήγαινε σχολείο στην Πύλο, ο Νικολάκης, μετά το περιστατικό πήγε και έμεινε στην Αθήνα, στο σπίτι του δημάρχου Μπενάκη. Μετά τις σπουδές του ζήτησε να τοποθετηθεί αστυνομικός διοικητής της επαρχίας Πυλίας. Ο Φιτσάλος, παρακινημένος από έναν Μανιάτη, αποφάσισε να πάει στον Νικολάκη Παπαλάμπρο, να του ζητήσει συγγνώμη και να του φιλήσει τα πόδια.
«Φύγε βρωμόσκυλο, πήγες να μας ξεκληρίσεις και τώρα ζητάς συγγνώμη;», του απάντησε εκείνος.
Όταν αργότερα ο γιος του Φιτσάλου παντρεύτηκε και απέκτησε παιδί, κάλεσε τον Νικολάκη να του το βαπτίσει, και έτσι έσβησε η βεντέτα.
Αργότερα,  οι τελευταίοι στίχοι άλλαξαν («μια λυγερή παντρεύεται και παίρνει έναν λεβέντη, Παπαλάμπραινα καημένη...»), και το λεβέντικο αυτό τσάμικο έχει μετατραπεί σε τραγούδι του γάμου.

Ο σκοπός του τραγουδιού είναι τσάμικος και όχι καλαματιανός, κάτι που γεννάει απορίες μια και το περιστατικό συνέβη στην Πελοπόννησο. Λέγεται όμως ότι οι πρωταγωνιστές και τα σόγια τους  είχαν καταγωγή από την Ήπειρο (Άρτα-Σούλι), ενώ  αρχικά κατοικούσαν στα Κούντουρα, στα σύνορα Αττικής-Βοιωτίας, μετά κατέβηκαν στο Αρκουδόρεμα Αρκαδίας και ύστερα στην Πυλία,.
Μια άλλη εκδοχή, που προέρχεται από τη Μακεδονία, παραδίδεται από έναν συγγενή του Παπαλάμπρου Χαράλαμπου, κτηματία, από τα Σέρβια του νομού Κοζάνης. Σύμφωνα με αυτήν, ο Παπαλάμπρος το 1928 απήχθη από την περιοχή των Καμβουνίων από τον λήσταρχο Γιαγκούλα, ο οποίος ζητούσε λύτρα για να τον αφήσει ελεύθερο. Τον κυνήγησε ένα απόσπασμα Χωροφυλακής με επικεφαλής τον υπομοίραρχο Πετράκη (ο γιος του ζει σήμερα στη Θεσσαλονίκη). Ο Γιαγκούλας συνελήφθη και ο Παπαλάμπρος αφέθηκε ελεύθερος  – απεβίωσε το 1942. Εκ του γεγονότος προέκυψε το τραγούδι το οποίο είναι ευρύτατα διαδεδομένο και στη Μακεδονία.

Από το Μουσικό Αρχείο του Μοριά


Με τον Αλέκο Κιτσάκη

Στου Παπαλά, Παπαλάμπραινα,
στου Παπαλάμπρου την αυλή,
στου Παπαλάμπρου την αυλή,
είναι μια μάζεψη πολλή.

Καν ο παπάς, Παπαλάμπραινα,
καν ο παπάς είν’ άρρωστος,
καν η παπαδιά πεθαίνει,
Παπαλάμπραινα καημένη.

Ούτ’ ο παπάς, Παπαλάμπραινα,
ούτε ο παπάς είν’ άρρωστος,
ούτ’ η παπαδιά πεθαίνει,
Παπαλάμπραινα καημένη.

Οι κλέφτες, τους, Παπαλάμπραινα,
οι κλέφτες τους εγδύσανε,
οι κλέφτες τους εγδύσανε,
και τα λεφτά ζητήσανε.

Μια λυγερή, Παπαλάμπραινα,
μια λυγερή εφώναξε,
μια λυγερή εφώναξε,
τους κλέφτες, τους εφώναξε.

Τρέξε Γιωργά, Παπαλάμπραινα,
Τρέξε, Γιωργάκη ξάδερφε,
τρέξε, Γιωργάκη ξάδερφε,
οι κλέφτες μας εκάψανε.


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου