Κυριακή, 12 Μαΐου 2013

Ρεμπέτικο και παρανομία, εγκλήματα και φυλακές

Ήδη από την ίδρυση του ελληνικού κράτους δημιουργήθηκαν οι συνθήκες που οδήγησαν στην παρανομία μεγάλες κοινωνικές ομάδες, αρχής γενομένης από αγωνιστές της Επανάστασης του 1821, συγγενείς και απογόνους τους. Αποτέλεσμα ήταν η εμφάνιση και η έξαρση της ληστοκρατίας, που επηρέασε την κοινωνική ζωή των Ελλήνων ως τα μέσα της δεκαετίας του 1930. Παράλληλα, η αδυναμία απορρόφησης και ενσωμάτωσης των κατοίκων της υπαίθρου στην οικονομική και στην κοινωνική ζωή των πόλεων, όπου μετακινούνταν όλο και περισσότεροι, δημιούργησε περιθωριακά στρώματα. Οι μόρτες, οι κουτσαβάκηδες, οι παλληκαράδες, οι νταήδες και άλλοι συνέβαλαν με τον τρόπο τους στην εξάπλωση της παρανομίας και της εγκληματικότητας.
Επόμενο ήταν οι διαχειριστές της εξουσίας να θεσπίσουν ένα νομικό πλαίσιο αντιμετώπισης των προβλημάτων αυτών, στηριζόμενοι στα ευρωπαϊκά πρότυπα. Όσον αφορά τις φυλακίσεις των καταδικασθέντων, λόγω έλλειψης χώρων είτε χρησιμοποιούνταν παλαιά οικήματα είτε ανεγείρονταν νέα. Οι συνθήκες κράτησης ήταν άθλιες και μάλιστα περιγράφονταν… λυρικά από τους φυλακισμένους με το εξής δίστιχο:
Ψύλλοι και ψείρες και κοριοί, αυτά τα τρία όντα
Είναι της μαύρης φυλακής τα μόνα προϊόντα

Αντιλαλούν οι φυλακές - Μάρκος Βαμβακάρης (1936)


Χαρτοπαιξία, ναρκωτικά, κατοχή και χρήση όπλων από τους κρατούμενους καθώς και συμπλοκές ήταν στην ημερήσια διάταξη.
Το ρεμπέτικο έχει καταγράψει όλες τις πτυχές της πραγματικότητας και τα προβλήματα των ανθρώπων χωρίς εξωραϊσμούς και πέρα από κοινωνικές συμβάσεις, όπως και τα ζητήματα που αφορούσαν την παραβατική συμπεριφορά. Από την περίοδο ακόμη της ανώνυμης δημιουργίας εντόπισε το πρόβλημα και εμπνεύστηκε από τον τρόπο ζωής των κοινωνικών ομάδων που κινήθηκαν στην παρανομία ή στα όριά της και από ανθρώπους που ξεπέρασαν τα όρια και έφτασαν στο έγκλημα. Αποτύπωσε αυτή την άλλη κοινωνία, που δεν είναι καθόλου μακρινή. Τραγούδησε τη ζωή, τους κώδικες συμπεριφοράς και τις σχέσεις των ανθρώπων του περιθωρίου, της παρανομίας, των φυλακών, σε εξαιρετικά τραγούδια, τα οποία μάλιστα γνώρισαν μεγάλη επιτυχία. Ενδεικτικά αναφέρουμε:
► Τραγούδια για παρανομίες σχετικές με τη χαρτοπαιξία, τα τυχερά παιχνίδια, τον ιππόδρομο κ.λπ., όπως «Το μπαρμπούτι», «Χθες το βράδυ στου Γκαρίπη», «Τούτ’ οι μπάτσοι που ’ρθαν τώρα», «Ο χαρτοπαίκτης» κ.ά.

Τούτ’ οι μπάτσοι που ’ρθαν τώρα - Γιαννάκης Ιωαννίδης (1928)


► Τραγούδια γενικότερα για φυλακές και παρανομία, όπως «Γιαφ-γιουφ», «Στη φυλακή με βάλανε», «Πολίτικο ζεϊμπέκικο» κ.ά.

Γιαφ-γιουφ – Ανώνυμο (1928) - Με τη Μαρίκα Παπαγκίκα


► Τραγούδια για το Ναύπλιο και τις φυλακές του: «Μανάκι», «Στης Σύρας τον ανήφορο», «Έλα στ’ Ανάπλι».

Έλα στ’ Ανάπλι - Αντώνης Νταλγκάς (1928)



► Τραγούδια για τις φυλακές Συγγρού: «Ντερβίσης», «Μες στου Συγγρού τη φυλακή», «Χασίσι» κ.ά.
► Τα Παραπήγματα αναφέρονται στο «Όπου δεις δυο κυπαρίσσια» και η Παλιά Στρατώνα στους «Μπαγλαμάδες».
Η Μικρασιατική Καταστροφή και ο ερχομός των προσφύγων δημιούργησε και άλλα προβλήματα με αποτέλεσμα το ελληνικό κράτος να προχωρήσει σε αναδιοργάνωση της αστυνόμευσης. Το 1919 ο Ελευθέριος Βενιζέλος ζήτησε βοήθεια από την Αγγλία, ενώ με τον νόμο 2461 του 1920 συγκροτήθηκε η Αστυνομία Πόλεων για την Αθήνα και τον Πειραιά, τη Θεσσαλονίκη, την Πάτρα και την Κέρκυρα, όπου ιδρύθηκε η πρώτη αστυνομική σχολή.

Ο μάγκας του Βοτανικού - Σπύρου Περιστέρη (1934)
Με τον Ζαχαρία Κασιμάτη


Την περίοδο του Μεσοπολέμου, ιδιαίτερα ως το 1937, χρονιά επιβολής της προληπτικής λογοκρισίας, πέρασαν στη δισκογραφία καταπληκτικά τραγούδια για τις φυλακές και την εν γένει παρανομία. Όλοι σχεδόν οι μεγάλοι συνθέτες του ρεμπέτικου έγραψαν για τα θέματα αυτά. Πρωτοστάτες οι Μάρκος Βαμβακάρης (Ο ισοβίτης, Αντιλαλούν οι φυλακές, Στα σίδερα με βάλανε κ.ά.), Βαγγέλης Παπάζογλου (Η φωνή του αργιλέ, Λαχανάδες, Ο λαθρέμπορας κ.ά.), Σπύρος Περιστέρης (Ο μάγκας του Βοτανικού, Μες στον τεκέ της Μαριγώς, Ο τεκετζής κ.ά.), Παναγιώτης Τούντας (Γι’ αυτό φουμάρω κοκαΐνη, Κουβέντα με το Χάρο, Μπαρμπούτι κ.ά.).
Καταγράφηκαν επίσης και τραγούδια για εγκλήματα που συγκλόνισαν την εποχή εκείνη, όπως το περίφημο «Κακούργα πεθερά» από τον Ιάκωβο Μοντανάρη, που περιγράφει τη δολοφονία του εργολάβου Αθανασόπουλου και «Ο Πίκινος» από τον Κώστα Ρούκουνα για τη δολοφονία του ιδιοκτήτη του ομώνυμου ζυθοπωλείου.

Ο κατάδικος - Σωτήρη Γαβαλά - Με τον Κώστα Ρούκουνα


Μέσα από ένα πλήθος καταγραφών στα ρεμπέτικα τραγούδια για τις φυλακές στην Ελλάδα, μεταξύ των οποίων του Συγγρού, του Ωρωπού, του Αναπλιού (Μπούρτζι), το Γεντί Κουλέ και άλλων, εντύπωση προκαλούν οι συχνές αναφορές στον Μεντρεσέ και στην Παλιά Στρατώνα.

Μεντρεσές είναι το ιεροσπουδαστήριο όπου φοιτούσαν 20-25 χρόνια διοικητικά στελέχη του οθωμανικού κράτους. Οι σοφτάδες (μαθητές) διδάσκονταν από τον χότζα (δάσκαλο) Δίκαιο με βάση το Κοράνι, θεολογία, φιλολογία, φιλοσοφία, οι δε απόφοιτοι μπορούσαν να φτάσουν ως τη θέση του Μεγάλου Βεζίρη, δηλαδή του πρωθυπουργού. Ο Μεντρεσές της Αθήνας χτίστηκε το 1721 και μετατράπηκε σε άσυλο προσφύγων τα πρώτα χρόνια της βασιλείας του Όθωνα και στη συνέχεια σε φυλακή. Από τα τέλη του 19ου αιώνα άρχισαν οι συζητήσεις για την κατεδάφισή του, η οποία έγινε τελικά το 1914. Αντίθετος στην κατεδάφιση ήταν ο νεαρός τότε Γρηγόριος Ξενόπουλος υποστηρίζοντας ότι ο Μεντρεσές «[…]έπρεπε να στερεωθή και να διατηρηθή ευλαβώς διά να ενθυμίζη εις τους μεταγενεστέρους ότι οι Αθηναίοι, διά να φθάσουν ή εκεί που έφθασαν, επέρασαν και από μίαν πύλην στολισμένην με αραβουργήματα…».

Η Παλιά Στρατώνα κατασκευάστηκε περί το 1780 για να στεγαστεί το Βοεβοδιλίκι (Διοικητήριο) της Αθήνας. Κάλυπτε όλο το οικοδομικό τετράγωνο όπου σήμερα είναι τα ερείπια της Ρωμαϊκής Αγοράς, δίπλα από το Μοναστηράκι και πίσω από το Τζαμί. Για ένα διάστημα από το 1843 λειτούργησε ως στρατώνας και στέγαζε για μεγάλο διάστημα βαυαρικές στρατιωτικές μονάδες την εποχή του βασιλιά Όθωνα – από εκεί μάλιστα ξεκίνησε η επανάσταση της 3ης Σεπτεμβρίου. Γύρω στο 1875 μετατράπηκε σε φυλακή. Η αθλιότητά της την έκανε «διάσημη» στο εξωτερικό ενώ η κατεδάφισή της το 1929 και τα τραγούδια που γράφηκαν γι’ αυτήν επανέφεραν τη φρίκη μέσα στην οποία έζησαν στα κελιά της, πολλοί από τους οποίους άφησαν εκεί την τελευταία τους πνοή αν και δεν ήταν καταδικασμένοι σε θάνατο.

Ο ισοβίτης - Μάρκος Βαμβακάρης (1935)

Πηγές
Παναγιώτης Κουνάδης Τα ρεμπέτικα, Έκδ. ΤΑ ΝΕΑ
Ιωακείμ Βαλαβάνης Μεντρεσέδες και σοφτάδες, ΕΣΤΙΑ


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου