Τετάρτη, 11 Δεκεμβρίου 2013

Νίκος Κοεμτζής - Το μακελειό και τα ζεϊμπέκικα

Απόκριες, Παρασκευή, 25 Φεβρουαρίου 1973. Ξημερώματα στο νυκτερινό κέντρο «Νεράιδα». Ο Νίκος, που μόλις έχει βγει από τη φυλακή για κλοπές, και ο Δημοσθένης Κοεμτζής, μαζί με έναν φίλο τους και δύο γυναίκες, βρίσκονται εκεί και διασκεδάζουν. Ύστερα από κάποιο επεισόδιο διώχνουν τις γυναίκες. Το ποτό ρέει άφθονο και η ατμόσφαιρα στην παρέα είναι φορτισμένη. Στο πάλκο επάνω τραγουδάει ο Κώστας Καρουσάκης. Ο Δημοσθένης σηκώνεται και παραγγέλνει τις «Βεργούλες» (πρωτότυπος τίτλος «Τα δυο σου χέρια πήρανε») του Μάρκου. Υπάρχει και μια άλλη εκδοχή, που δεν γνωρίζουμε να επιβεβαιώνεται, ότι το τραγούδι της παραγγελιάς ήταν «Τη ζούλα μου ανακάλυψαν», του Παναγιώτη Σκουρτέλη με πρώτη εκτέλεση από τον Δημήτρη Ευσταθίου. Εν τω μεταξύ, ο Καρουσάκης τελειώνει το πρόγραμμά του και λέει στον Τάκη Αθανασιάδη που ακολουθεί να παίξει το τραγούδι γιατί η παρέα είναι επικίνδυνη για σαματά και η ατμόσφαιρα μυρίζει μπαρούτι. Εκείνος ξεκινάει το τραγούδι αναγγέλλοντας μάλιστα ότι είναι παραγγελιά.
Εντούτοις, τρεις αστυνομικοί της Ασφάλειας σηκώνονται να το χορέψουν. Γνωρίζουν καλά τον Κοεμτζή –εξάλλου η Αστυνομία τού είχε προτείνει να γίνει χαφιές της Ασφάλειας, και εκείνος είχε αρνηθεί– επειδή είχε απασχολήσει τις Αρχές και είχε στοχοποιηθεί στο παρελθόν λόγω του κομμουνιστή και αντάρτη στον Εμφύλιο πατέρα του.

Συνεχίζουν να χορεύουν προκλητικά, μαζί με κάποιους άλλους θαμώνες που ανεβαίνουν και αυτοί στην πίστα, κόντρα στους τότε κανόνες της νύχτας για την παραγγελιά. Όταν ο Δημοσθένης αντιδρά και φωνάζει, τον πετούν πάνω σε σπασμένα γυαλιά και του ξεσκίζουν το σακάκι. Τότε, στήνεται το σκηνικό του θανάτου. Είναι η στιγμή που ο Νίκος Κοεμτζής με το μαχαίρι στο χέρι, και ουρλιάζοντας «Παραγγελιά ρε», αρχίζει να σκοτώνει αδιακρίτως. Οι τρεις αστυνομικοί κείτονται νεκροί και επτά θαμώνες τραυματίζονται.
Το «αιμοβόρο κτήνος», κατά τα δημοσιεύματα της εποχής, συλλαμβάνεται την άλλη μέρα, έπειτα από συμπλοκή με τους αστυνομικούς, και λίγες ημέρες πριν από το «Πολυτεχνείο» καταδικάζεται στην εσχάτη των ποινών, τρις εις θάνατον, και επτά φορές σε ισόβια.
Στην Αλικαρνασσό, για έναν χρόνο κάθε μέρα θα τον ετοιμάζουν για θάνατο. Αφού περνούν τρία χρόνια περιμένοντας το εκτελεστικό απόσπασμα, τον Μάρτιο του 1977 η ποινή του μετατρέπεται σε ισόβια. Από εκεί και πέρα, αφού θα επιδείξει κιόλας μεταμέλεια, θα περάσει 23 χρόνια στις σωφρονιστικές φυλακές ζώντας μία κόλαση.

Ο Κοεμτζής θα αποφυλακιστεί το 1996. Σίγουρα οι περισσότεροι τον συναντήσαμε να κάθεται σε μια καρεκλίτσα και να πουλάει το βιβλίο του «Νίκος Κοεμτζής, Το μακρύ ζεϊμπέκικο». Στην αρχή στην Ευελπίδων και αργότερα στο Μοναστηράκι, όπου θα αφήσει και την τελευταία του πνοή από έμφραγμα τον Σεπτέμβριο του 1911. Όπως καθόταν στο πεζοδρόμιο στην πλατεία Αβησσυνίας, σε κοίταζε στα μάτια προσπαθώντας να ανιχνεύσει αν είχε συγχωρεθεί από τους ανθρώπους ή, αλλιώς, αν έπιανε στα μάτια σου την καταδίκη για ένα τόσο βαρύ φονικό, φαινόταν να σε δικαιολογεί απόλυτα.
Έγραφε για το μακελειό της Νεράιδας στο βιβλίο του: «Έψαχνα να βρω μια λύση, να διορθώσω το κακό που σκόρπισα...Υπέφερα τρομερά και προσπαθούσα απεγνωσμένα να ξεχωρίσω μια εικόνα από τη σφαγή, και δεν μπορούσα... Κι ούτε τώρα μπορώ, αν και αγωνίζομαι ακόμα... Ως φαίνεται την ώρα που σκορπούσα το θάνατο χωρίς να δουλεύει το μυαλό μου και κινιόμουν σαν ένα ρομπότ, με είχε κυριέψει ο δαίμονας ή το κτήνος που φωλιάζει μέσα μου...».

Οι «Βεργούλες» που θόλωσαν το μυαλό του Κοεμτζή φωνογραφήθηκαν πρώτη φορά το 1938 και ηχογραφήθηκαν το 1940. Στο γεμάτο πάθος και πόνο, όπως όλα του, τραγούδι ο μεγάλος Μάρκος Βαμβακάρης ξεδιπλώνει τα εσώψυχά του. Στην πρώτη εκτέλεση το ερμηνεύει ανεπανάληπτα ο ίδιος –μοιάζει σαν ερωτικός ψίθυρος– με δεύτερη φωνή του Απόστολου Χατζηχρήστου (Σμυρνιωτάκι) . Πολλά χρόνια μετά θα το δώσει στον Γρηγόρη Μπιθικώτση να το ερμηνεύσει με διαφορετικό στίχο, πιο λαϊκό, πιο σύγχρονο, αλλά εξίσου δυνατό και όμορφο.





Τα δυο σου χέρια πήρανε - Οι Βεργούλες 
Στίχοι, Μουσική: Μάρκος Βαμβακάρης (Φράγκος)
Πρώτη εκτέλεση: Μάρκος Βαμβακάρης, Απόστολος Χατζηχρήστος



Τα δυο σου χέρια πήρανε
Βεργούλες και με δείρανε
Και τη χαρά μου πήρανε
Τα χέρια σου με κάψανε
Με κάψαν τα φρυδάκια σου
Και τα γλυκά ματάκια σου
Έλα μαζί μικρούλα μου
Να γιάνεις την καρδούλα μου
Παλάτια θα σου χτίσω εγώ
Θα σ’ έχω μέσα Μαριγώ

Οι Βεργούλες 
όπως τις ερμήνευσε ο Γρηγόρης Μπιθικώτσης



Τα δυο σου χέρια πήρανε
Βεργούλες και με δείρανε
Και τη χαρά μου πήρανε
Τα χέρια σου με κάψανε
Που άλλον αγκαλιάσανε
Και δεν με λογαριάσανε
Με αυτά τα χέρια σου τα δύο
Σκάψε τη γη βαθιά να μπω
Να μη σε βλέπω να πονώ

Το 1980 ο σκηνοθέτης Παύλος Τάσιος θα δραματοποιήσει ολόκληρη την ιστορία στην ταινία «Παραγγελιά», με πρωταγωνιστή τον Αντώνη Αντωνίου, Δημοσθένη τον Αντώνη Καφετζόπουλο, και μια πλειάδα ηθοποιών. Ο Τάσιος αλλάζει το τραγούδι της αιτίας του φονικού, τις «Βεργούλες», με το «Αντιλαλούν οι φυλακές», πάλι του Μάρκου. Ένα μουρμούρικο ζεϊμπέκικο της φυλακής, που πρωτοτραγουδήθηκε από την περίφημη «Τετράδα του Πειραιώς» το 1934-35. Ο Μάρκος το ηχογράφησε το 1936, και το 1960, και αυτό, το έδωσε στη μεγάλη φωνή του Γρηγόρη, με πολύ μικρές παρεμβάσεις στον στίχο και στη μουσική.

Αντιλαλούν οι φυλακές 
Γρηγόρης Μπιθικώτσης



Αντιλαλούν οι φυλακές
τα’ Ανάπλι κι ο Γεντί-κουλές.
Αντιλαλούν τα σήμαντρα
Συγγρού και Παραπήγματα.
Αν είσαι μάνα και πονείς
έλα μια μέρα να με ιδείς.
Έλα πριν με δικάσουνε -αχ,
κλάψε να μ' απαλλάξουνε".

Έναν χρόνο πριν από την ταινία, το 1979, διαβάζοντας το βιβλίο που θα κυκλοφορήσει ο Κοεμτζής, ο Διονύσης Σαββόπουλος θα γράψει, με τη δική του οπτική και ποιητικά, το μακρόσυρτο αφηγηματικό που συμπεριέλαβε στη «Ρεζέρβα»:
 
«Μακρύ ζεϊμπέκικο για τον Νίκο»
 



Λοιπόν μολύβι και χαρτί, η απόγνωση άνοιξε λαγούμι. Στοές που χώθηκαν με λάμψεις μαχαιριού σε ποιο στενό κελί;
Ψηλά με πέπλα αίματος, χλιμίντριζε η Σελήνη –Δεν έχει ελπίδα, ελευθερία δεν ζητά, αλλά δικαιοσύνη– Γεννήθηκε σ’ ένα λασπότοπο, κοντά στην Κατερίνη.
Σκιές με λάμπες θυέλλης που γλιστρούν στου Άδη το πανί. Ο Νίκος ήταν ο πρωτότοκος, τον άλλον λέγαν Δημοσθένη... Βουβός δεσμός, εικόνα παιδική, σε άλλο χρόνο αναφλεγμένη.
Ο γέρος του είχε κρυψώνα το βουνό απ’ το σαράντα πέντε κι οι χωρικοί απ’ τον φόβο των αρχών μακραίναν κι απ’ τον γιο. Κι αυτός τους έβλεπε στρωμένους στη δουλειά και μέσα του άναβε η μανία του στριμωγμένου ανάμεσα στο πλήθος και την αστυνομία.
Ώσπου μια μέρα χωρίς αποσκευή, τσουλώντας της τρύπας του την ρόδα κυλάει απ’ τη Μακεδονία ως εδώ, κι ακόμα πού θα βγει; Θα φεύγει πάντα για το άστρο που δεν φτάνει καμιά αστυνομία, για τους φυγάδες αυτός ο ουρανός είν’ η παρανομία. Νίκο, αγγίζω το στοιχειό σας Νίκο, μες τον υπόκοσμο της γλώσσας.


Δυο καταδίκες, έξι χρόνια για κλοπή, τον είδα όταν βγήκε. Κρατούσε πλέον μιαν απόσταση απ’ την τρέλα, όχι για να σωθεί, αλλά για να την σώσει, αν μ’ εννοείς• να, λόγου χάρη, ήθελε γάμο και τότε του ’παν «έλα σε μας για να προδώνεις». Δεν δέχθηκε στιγμή!
Κι απ’ την βαθιά των υπογείων τους τη λύσσα, κατέφυγε στην επαρχία, μα όπου κι αν πήγε, το σήμα είχε σταλεί, στη Σαλονίκη τον τσακίσαν. Σχεδόν τρεκλίζοντας ξανάρθε στην Αθήνα, και τότε πιάσαν την μνηστή του• της είπαν λόγια, βοηθήσαν κι γονείς, ώσπου διέκοψε μαζί του.
Κι ωστόσο ζούσε τελείως σοβαρός, υπνοβατώντας σ’ ένα κράτος που θριαμβεύει με μιαν ατέλειωτη στριγκλιά –διαφυγή καμιά– κρατώντας μόνο μια κρυφήν αναπνοή, των μπουζουξίδικων το γκέτο, βαθιά εικόνα, που η έκσταση εκεί ακόμα λειτουργεί.
«Ν’ ακούω,» έλεγε, «τα λόγια, την φωνή, και τ΄ αδελφάκι μου υψωμένο να το κοιτάω στον χορό του μοναχό, και κάτι να παθαίνω» Νίκο, σκυλάδικο Σαββάτο Νίκο, σπασίματα γεμάτο «Παραγγελιά», και περιμέναν καθισμένοι, και τα ηχεία το αναγγείλαν κι όλα τα όργανα συλλάβαν το σκοπό για το χορό του Δημοσθένη.
Καθώς ανέβαινε, η πίστα ήταν γεμάτη, ακούστηκε να ουρλιάζει: «Παραγγελιά!» γιατί το είδε το κακό με δρασκελιές να πλησιάζει. Η πίστα άδειασε, μονάχα δυο αστυνόμοι, χορεύαν, γυρνώντας του την πλάτη.
Τότε τους έσπρωξε ο μικρός με μια στριγκλιά, «Δικό μου το κομμάτι!» Τον ρίξαν κάτω σε γυαλιά κομματιασμένα, ξεφώνιζε όπως τον εσέρναν. Σαν ένα φιλμ ιλιγγιώδες η ζωή τους, του Νίκου έκαψε τα φρένα.
Έξω απ’ την τρέλα δεν είχε κάτι να πιαστεί, γιατί του το ‘χαν διαλύσει. Κατρακυλάει στον προβολέα των σκοταδιών του, στη φρικαλέα ατραξιόν του με τόση βία που είναι αδύνατον να πω, τι έγινε εκεί κάτου.
Το δράμα όλο συντελέστηκε θαρρώ, στον χώρο του αοράτου. Στον εαυτό του είπε «Νίκο, συγκρατήσου» τραβώντας κιόλας το λεπίδι. Τον πρώτο που την έφαγε τον είδαν με μια ταυτότητα να σκύβει. Σφαχτήκαν τρεις, μαχαίρωσε άλλους έξι, φωνές: «Ανοίχτε, θα μας σφάξουν!». Τραβώντας έξω τον μικρό παραμιλούσε: «Εσένα δεν θα σε πειράξουν…» Νίκο, σόι αλλοπαρμένο, Νίκο, τι έχεις καμωμένο;
Μετά κατέφυγε στο σπίτι ενός γνωστού, μα ένιωσε ότι θα τον δώσουν «Θα φύγω», είπε, «με μια βάρκα ν’ ανοιχτώ, φουρτούνες να με πνίξουν. Να τρελαθούνε, που Νίκο να γυρεύουν, και Νίκο να μην βρίσκουν!»
Μα όπως βγήκε τους είδε σαν βαλέδες, ο ένας με τις χειροπέδες. Τον εκυκλώσαν, βγαίναν απ’ τα γύρω μέρη, κρεμόταν η ζωή του από ένα νήμα που δεν θα ’δινε σ’ αυτούς, και πέταξε μαχαίρι.
Να αναγκαστούν να τον σκοτώσουν οι αστυνόμοι, μα εκείνοι τού ’ριχναν στα πόδια. Σερνόταν κι έβριζε ώσπου ένας ταβερνιάρης, του ’δωσε μια με ένα καδρόνι... Η δίκη του έγινε τον άγριο Νοέμβρη, το ένιωθε άραγε κι εκείνος;
Ο Τύπος πάντως τον πρόβαλε ανοιχτά σαν αιμοβόρο κτήνος. Τα ίδια λέγαν και πολλοί προοδευτικοί• παράξενο δεν ήταν: η σύμβασή τους διαισθάνθηκε σ’ αυτόν, μιαν άλλη απειλή.
Το ’παν επίσης λαϊκοί ένα σωρό, στον συνεργάτη ενός εντύπου, μα ο Μπιθικώτσης τον διώχνει και του λέει: «Πού να σου εξηγώ…». Δεν είχε μάρτυρες εκτός τα’ αφεντικό και τη νοικοκυρά του. Οι δικηγόροι λέγαν ανώμαλη ψυχή, κοιτάξτε τα χαρτιά του. Νίκο, χωριό συσκοτισμένο Νίκο, ποιοι σ’ έχουν κυκλωμένο;
Ο ίδιος ξέγραψε απ’ αρχής τον εαυτό του, το είπε: «Πρέπει να πεθάνω!» Μπήκε στον κόπο δηλαδή των δικαστών, μα αυτοί δεν μπήκαν στον δικό του. Καθώς διηγόταν τη ζωή του [σε κουφούς], θαρρούσα δεν θ’ αντέξω. [Το δικαστήριο λειτουργούσε μέσα εκεί, μα η δικαιοσύνη ήταν απ’ έξω.]
Στα γράμματά του από τη φυλακή, ο βίος δεν διαφέρει• ασφυκτιούσε σαν ζώο μυθικό, εδώ όσο κι εκεί. Μην είναι τάχα ένα ρίγος παραπέρα, που δείχνει απόσταση απ’ το δράμα και μεταφέρει σαν ιπτάμενο ένα θαύμα, της δικαιοσύνης τη γαλέρα;
Η τέχνη μου έζησε παράξενες στιγμές, και από δίκιο ξέρει. Τα κίνητρά του δεν ήταν ταπεινά, τον βλέπω σε αργές στροφές σαν μια θεότητα που λύει τον πανικό της και διαστέλλεται ξεσπώντας στ’ ανυποψίαστα μπουλούκια του γλεντιού, που βιάζουν το άσυλό της.
Η ουρά που αυξαίνει φτύνοντάς τον ας λυσσάει, με τον ζουρλομανδύα και με τα ηλεκτροσόκ να τον κλονίσει, θα λάβει ό,τι της αξίζει στους λαβυρίνθους του εφιάλτη οδηγημένη, αιώνια, δίχως σωτηρία, στην τακτική δουλεία του δικαστή, που δεν καταλαβαίνει.
Νίκο, ποτέ δεν θα ’ναι έτσι. Νίκο, είν’ η αρρώστια που μας σώζει καθώς σε φέρνει πιο μακριά κι απ’ το κελί σου, Νίκο, στον ουρανό της μουσικής σου.
Texnografia

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου