Πέμπτη, 9 Ιανουαρίου 2014

Λεξικό του Ρεμπέτικου - Εγκυκλοπαιδικό, Ετυμολογικό

Το ρεμπέτικο τραγούδι στα περίπου 100 χρόνια της δημιουργίας του θα συμπεριλάβει και πολλές φορές θα ενσωματώσει μια μεγάλη ποικιλία από όρους. Σχεδόν όλοι οι όροι αυτοί έλκουν την καταγωγή τους από περιοχές που βρίσκονται εκτός του ευρύτερου ελλαδικού χώρου και από άλλες γλώσσες. Πρόκειται για έννοιες χαρακτηριστικές, συναφείς προς αυτές του ρεμπέτη, οι οποίες κάποιες περιόδους θεωρήθηκαν ακόμη και ταυτόσημες. Πολλές από αυτές, μάλιστα, επικράτησαν στη γλώσσα του λαού και τις χρησιμοποιεί πια καθημερινά και κατά κόρον.
Η αναζήτηση, ο εντοπισμός και προέλευση αυτών των λέξεων στα πλέον έγκυρα λεξικά (μεταξύ των οποίων το Μέγα Λεξικόν της ελληνικής γλώσσης των Liddell & Scott, το Λεξικόν της ελληνικής γλώσσης του Σκαρλάτου Βυζάντιου, η Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια του Πυρσού, το Λεξικό της κοινής νεοελληνικής του ΑΠΘ και το Λεξικό της Νέας Ελληνικής γλώσσας του Γ. Μπαμπινιώτη) αποδεικνύεται αποκαλυπτική και γεμάτη εκπλήξεις, ειδικά όσον αφορά τη γλωσσολογική και τη φιλολογική ερμηνεία αλλά και τον προσδιορισμό των κοινωνικών χαρακτηριστικών των ομάδων που καταγράφονται σε αυτούς τους όρους.


Λεξικό του μάγκα
από επιθεώρηση του 1932 με τον Πέτρο Κυριακό


– Κεσάτια, μωρέ βλάμη, κι άμα έχει αναδουλειά, δεν έχει αλισβερίσι
– Τι θα πει αλισβερίσι;
– Καλαμπαλίκι, μωρ’ αδερφέ
– Μας φώτισες
– Ε, άμα δεν αντίζεσαι τα σέα και τα μέα, γίνου λαγός και πούλευε
– Μα τι γλώσσα είναι αυτή;
– Αυτή, αδερφέ μου, είναι το ισπεράλντο, το λεξικό του μάγκα. Κι από ενθάδε κι εμπρός όλη η Ελλάδα θα ξηγιέται μ’ αυτό το βιολί. Και τώρα δώσε βάση για να φωτιστείς, να μη μείνεις στραβός:

Τις κυράδες λέω γοργόνες, /και τους φίλους νταβατζήδες
Τα κορίτσα λέω τρυγόνες, /τα μαστούρια τσαμπουκαλήδες
Το μηδέν το λέω τρίχες /και το δάνειο λέω τράκα
Το εννόησες, λέω, μπήκες /και τους τικιτάνγκ Mαρίκες

Ξέρω κι άλλα, αλλά στρί’ και κόβω ρόδα /και σας κάνω τη κορόιδα

Σπλάχνο λέω την γκόμενά μου /και τη μάνα μου γριά μου
Το παρλάν λέω oμιλώντα, /το παλτό Επαμεινώντα
Λέω τον πλούτο μπερεκέτι /και την πιάτσα λέω κουρμπέτι
Το απών το λέω ερήμη, /τ’ ακακαΐδι καρντερίμι

Ξέρω κι άλλα αλλά δεν τα σκάω μύτη /και πουλεύω σαν σπουργίτι

Τον καπνό τον λέω ντουμάνι, /τον γιατρό τον λέω αλμπάνη
Την κουβέντα λέω λίμα, /τη στενή την λέω τμήμα
Το σιλάνς το λέω μόκο, /τα ψιλά τα λέω μπαγιόκο
Τον καθρέφτη μπανιστήρι, /το συνωστισμό κολλητήρι

Ξέρω κι άλλα από τέτοια φίνα, μάτσα /και σας κάνω την μπεκάτσα

Τα μεράκια λέω νταλκάδες, /τους κουτούς τους λέω χαλβάδες
Το θυμό τσαμπουκαλίκι, /την αναποδιά μανίκι
Τη γιορτή καλαμπαλίκι, / το κουράγιο ζοριλίκι
Το μαχαίρι λέω λάζο /και το τρώω μπουζουριάζω

Τώρα πάω μονάχα σκάβω κερκινάδες /κι απολάω σαπουνάδες
Τώρα πάω μονάχα σκάβω πατινάδα κι απολάω σαπουνάδα

Το ψωμί το λέω μπανιόκα /και τη φτώχεια λέω μουρμούρα
Την αλλήθωρη σορόκα /και την μπάζα λοβιτούρα
Τους αθλητάς λέω μπεμπέδες, /τους προσκόπους πιτσιρίκια
Τους δαντήδες κουραμπιέδες /και τα γλέντια μερακλίκια

Τώρα στρίβω και τραβάω στη γειτονιά μου, /να μην έβρω τον μπελά μου

Ας δούμε λοιπόν μερικές από τις βασικές λέξεις που συναντώνται συχνά σε τίτλους και σε στίχους των ρεμπέτικων τραγουδιών, την προέλευση και τη σημασία τους:

Αλάνης: Προέρχεται από την τουρκική λέξη alan και στην αρχική εκδοχή σημαίνει το χωρίς δένδρα μέρος του δάσους ή τον άδενδρο χώρο εντός των πόλεων, την αλάνα. Στη γλώσσα μας σημαίνει τον περιφερόμενο σε αυτούς τους χώρους, τον άστεγο, και μεταφορικά το αλητόπαιδο, το παιδί του δρόμου. Στο ρεμπέτικο η λέξη εμφανίζεται συνήθως απαξιωτικά, αν και σε ορισμένες περιπτώσεις μπορεί να εκφράζει θετική κρίση και να φανερώνει συμπάθεια.

Τράβα βρε μάγκα και αλάνη
του Κ. Σκαρβέλη με τον Μάρκο Βαμβακάρη (1934)


Αντάμης: Από την τουρκική λέξη adam, που σημαίνει άνδρας (πιθανώς από τον Αδάμ της Παλαιάς Διαθήκης). Ως έννοια ταυτίζεται με αυτήν του φίλου, του λεβέντη, του σοβαρού άνδρα, και ακόμη του θαρραλέου, του παλληκαρά.

Απάχης: Προέρχεται από τη γνωστή από τα αμερικανικά γουέστερν προκολομβιανή φυλή Ινδιάνων, των Απάτσι. Η διάσημη οπερέτα του 1921 «Οι Απάχηδες των Αθηνών» παρουσιάζει τους απάχηδες ως άνδρες ρομαντικούς, με ιδιαίτερη αίσθηση του χιούμορ και εραστές.

Ασίκης: Από την τουρκική λέξη asik και σημαίνει τον εραστή, τον ερωμένο, ή αυτόν που συνδυάζει σωματικό κάλλος με ψυχικά χαρίσματα. Στην τουρκική γλώσσα σημαίνει και τον περιφερόμενο τραγουδιστή που εκφράζει τον ερωτικό καημό με τα τραγούδια του. Συνδέεται με χαρακτηριστικά όπως η λεβεντιά, η γενναιοδωρία και η γενναιοψυχία.

Βλάμης: Λέξη αλβανικής προέλευσης, που σημαίνει τον αδελφοποιτό, τον σταυραδερφό. Αργότερα φίλος, σύντροφος, αλλά και εραστής. Η σημασία συνδέθηκε με αυτόν που έχει υψηλό φρόνημα, ανδρεία, φιλότιμο, αλλά και με αυτόν που είναι ευέξαπτος. Στα σύγχρονα λεξικά ταυτίζεται με την έννοια του μάγκα. Βλάμηδες ονόμαζαν τα κατώτερα μέλη της Φιλικής Εταιρείας, δηλαδή κυρίως όσους δεν γνώριζαν γραφή και ανάγνωση, οι οποίοι έδιναν θρησκευτικό όρκο χωρίς να γνωρίζουν τους πραγματικούς σκοπούς της Φιλικής Εταιρείας.

Η βλάμισσα
του Γιοβάν Τσαούς με τον Στελλάκη Περπινιάδη (1936)


Δερβίσης: Προέρχεται από τα Περσικά και στην αρχική εκδοχή της σημαίνει τον επαίτη, τον ζητιάνο, τον φτωχό, αλλά και τον λιτοδίαιτο. Η λέξη εντάχθηκε στα Τουρκικά και περιγράφει τον απομονωμένο άνθρωπο, τον μελετητή των γραφών. Με τη δημιουργία των δερβίσικων μοναχικών ταγμάτων των Μπεκτασί και Μεβλεβί ο όρος ταυτίστηκε με χαρακτηριστικά γνωρίσματα των θρησκευτικών ηγετών των μωαμεθανικών αιρέσεων. Είναι μία από τις πιο χρησιμοποιημένες λέξεις στο ρεμπέτικο και εμπεριέχει τα καλύτερα στοιχεία που θα μπορούσαν να χαρακτηρίσουν άνθρωπο του συγκεκριμένου χώρου. Έτσι κατέληξε να είναι απόλυτα συναφής με αυτήν του ρεμπέτη. Ακραία διατύπωση: δερβισόμαγκας.

Δερβίσης και Ρίτα
του Ιάκωβου Μοντανάρη, με τον Δημήτρη Ατραΐδη και τη Ρίτα Αμπατζή (1934)


Κουτσαβάκης: Ελληνικής μάλλον προέλευσης, αποτελεί λέξη-κλειδί για το ρεμπέτικο, αφού εμφανίζεται από τα πρώτα του βήματα σε Αθήνα, Σμύρνη και Κωνσταντινούπολη. Σύμφωνα με τη Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια του Πυρσού, «Ο, ως παλληκαράς επιδεικνυόμενος, ψευδωήρωας. Διά της χαρακτηριστικής ταύτης προσωνυμίας εχαρακτηρίζοντο οι ψευδοπαλληκαράδες των Αθηνών κατά τα τέλη της βασιλείας του Όθωνος. Η λέξις κατά των μάλλον παραδεδεγμένων γνωμών παράγεται εκ του κούτσα και βαίνω, επειδή οι τύποι αυτοί των παλληκαράδων εβάδιζαν, χάριν επιδείξεως και διακρίσεως, κατά βάδισμα χωλού». Στο ρεμπέτικο είναι εμφανές ότι έχει τη σημασία του μάγκα, ωστόσο σε όλες τις εκδοχές όπου εμφανίζεται στη δισκογραφία κυριαρχεί η διάσταση της παρακμής και του ξεπεσμού. Σύμφωνα με άλλη εκδοχή, η ονομασία προέρχεται από έναν δεκανέα του Ιππικού επί Όθωνος, τον Δημήτριο Κουτσαβάκη, το βάδισμα και το ντύσιμο του οποίου μιμήθηκαν οι σύγχρονοί του νέοι του αθηναϊκού υπόκοσμου.

Κουτσαβάκι
Ανέστης Δελιάς (1936)


Λεβέντης: Η απαρχή της εντοπίζεται στο ενετικό leventi (πειρατές από την Ανατολή) και πέρασε στα καθ’ ημάς από το τουρκικό levend. Αρχικά χαρακτήριζε τους μισθοφόρους που στρατολογούσαν οι Ενετοί στην Ανατολή για να επανδρώσουν τον στρατό και το ναυτικό τους, τακτική που αργότερα ακολούθησαν οι Τούρκοι στρατολογώντας μεταξύ άλλων Έλληνες από τα νησιά γύρω από την Κωνσταντινούπολη. Στο ρεμπέτικο με αυτή τη λέξη περιγράφονται ιδιότητες όπως η ανδρεία, η δύναμη, το θάρρος, η γενναιότητα. Λεβέντης αποκαλείται και ο αρρενωπός άνδρας, ο γεροδεμένος, αλλά και ο ευθύς χαρακτήρας. Επίσης ο μεγαλόκαρδος.

Μάγκας: Όρος που σχετίζεται περισσότερο από κάθε άλλον με το ρεμπέτικο. Η λέξη, αλβανικής προέλευσης, στην αρχή σήμαινε «άθροισμα οπλοφόρων» της ίδιας οικογένειας (φάρας). Στην εξέλιξή της η αλβανική μάγκα αποτελεί γενικότερα το ευρύτερο σώμα οπλοφόρων από πολλές φάρες και ο αρχηγός τους απεκαλείτο μαγκατζής. Στα στίφη των ατάκτων Αλβανών πολλές μάγκες αποτελούσαν «μπουλούκι», δηλαδή στράτευμα και το μέλος της κάθε μάγκας ονομαζόταν μάγκας. Στα νεότερα λεξικά η λέξη μάγκας, (ο), μάγκα (η) καταγράφεται ως: ο ανήκων εις την μάγκα // ο αποζών από θελήματα, δουλειές του ποδαριού, ενίοτε και μικροαπάτες // γενικώς το αμέριμνον, ζωηρόν και ευφυές χαμίνιον // ο, χάρις εις την ιδιάζουσαν ευφυΐαν του, επιτήδειος προς την διεξαγωγήν διαφόρων υποθέσεων, ιδίως ερευνητικών, π.χ. είναι μάγκας και θα τα καταφέρει. Ο μάγκας κατατάσσεται σε δύο κατηγορίες: σε αυτήν της ειρωνείας με τα παράγωγα αρκουδόμαγκας, κουραδόμαγκας, ψευτόμαγκας κ.λπ. και σε αυτήν της αποδοχής, όπως μαγκίτης, λεβεντόμαγκας, γεροντόμαγκας κ.λπ. Τέλος, χαρακτηρίζεται από αμφισημία και δυνατότητα ένταξης και στις δύο κατηγορίες: μαγκάκι, κουτσόμαγκας, μαχαλόμαγκας κ.ά.

Ο μάγκας του Βοτανικού
του Σπύρου Περιστέρη, με τον Ζαχαρία Κασιμάτη (1934)


Μαγκιόρος: Από την ιταλική λέξη maggiore, συγκριτικός βαθμός του επιθέτου magnus (μέγας, μείζων). Στο ρεμπέτικο σημαίνει τον σπουδαίο, τον έμπειρο, τον αποτελεσματικό στις ενέργειές του.

Μαρ(γ)ιόλα: Από την τουρκική λέξη maryol, με προέλευση ωστόσο από τη βενετσιάνικη mariol ή από διάλεκτο της Νότιας Ιταλίας (mariulo). Αρχικά περιέγραφε τον απατεώνα, τον κατεργάρη, τον πονηρό, ενώ στα σύγχρονα λεξικά έχει ανάλογες έννοιες: αυτόν που μεταχειρίζεται τεχνάσματα για να πετύχει τον στόχο του, τον πανούργο. Αλλά και τον έξυπνο, τον θελκτικό.

Με τις μυρωδιές σου
Του Μ. Βαμβακάρη, με τον Μάρκο και τον Στράτο Παγιουμτζή (1938)


Ματσαράγκα: Από την ιταλική mazzaranga ή mazzeranga, τον κόπανο που χρησιμοποιούσαν στα νταμάρια για τη θραύση αμμοχάλικου. Μεταφορικά ματσαραγκιά χαρακτηρίζεται η πράξη που γίνεται για εξομάλυνση δυσκολιών. Στο ρεμπέτικο ματσαράγκα σημαίνει την απάτη ή τον δόλο.

Μερακλής: Από το τουρκικό merak που σημαίνει περιέργεια και στα Eλληνικά έχει δώσει το μεράκι: έντονη επιθυμία, πόθος, έντονη αγάπη για κάποιον ή για κάτι. Ο μερακλής δηλώνει αυτόν που χαρακτηρίζεται από μεράκι.

Μουρμούρης: Από το αρχαίο ρήμα μορμύρω, που σημαίνει μουρμουρίζω, όπως το νερό που τρέχει. Την πιο ενδιαφέρουσα εκδοχή που σχετίζεται με τα ρεμπέτικα δίνει ο λαογράφος Δημ. Ι. Αρχιγένης: «…με τα κουσούρια, καυγατζήδες, μπελαλήδες, ξεππασμένοι. Τσοι λέγανε μουρμούρηδοι… Ήτανε κι αυτοί αληθινοί νταήδες. Άμα τσοι πείραζες και αυτοί σε σκοτώνανε, σου δίνανε όμως αφορμή, πράγμα που τσοι ξεχώριζε απ’ τσοι κυμπαρονταήδες…».

Μόρτης: Η λέξη προέρχεται από τη γαλλική mort, που σημαίνει νεκρός ή θάνατος. Πέρασε στην ελληνική γλώσσα στα χρόνια της επιδημίας που έπληξε την Αθήνα το 1854 και οδήγησε στην εκκένωσή της. Μόρτες ονομάζονταν αυτοί που είχαν αναλάβει να περιποιούνται τους αρρώστους, συνήθως καταδικασμένους σε βέβαιο θάνατο, ή να θάβουν τους νεκρούς. Επειδή αυτές οι πράξεις απαιτούσαν θάρρος, τόλμη και αφοβία, η λέξη ταυτίστηκε με αυτά τα χαρακτηριστικά, θεωρήθηκε τίτλος τιμής και με αυτή την έννοια πέρασε στα ρεμπέτικα. Επίσης, σύμφωνα με το Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας του Γ. Μπαμπινιώτη, η λέξη έχει ιταλική ρίζα [(becca)morto] και χαρακτηρίζει τον άνθρωπο του δρόμου, αυτόν που ζει με ύποπτους και ανέντιμους τρόπους.

Μόρτισσα
του Βασίλη Τσιτσάνη με Μ. Βαμβακάρη και Β. Τσιτσάνη (1947)


Μπελαλής: Από την τουρκική λέξη belali, που σημαίνει τον δύστροπο, τον ζόρικο, τον δυσάρεστο, τον επικίνδυνο.

Μπεσαλής: Από τα Αλβανικά, όπου besa σημαίνει λόγο τιμής. Συνεπώς είναι αυτός που κρατάει τον λόγο του, ο συνεπής.

Μποέμης: Από τη γαλλική λέξη bohėme, που συμαίνει τον εκ Βοημίας προερχόμενο, ίσως Τσιγγάνο. Στο ρεμπέτικο αυτός που ζει εύθυμη και ανέμελη ζωή, αδιαφορώντας για τις συμβατικότητες.

Νταής: Προέρχεται από την τουρκική λέξη dayi και έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον η πορεία της και η ενσωμάτωσή της στο ρεμπέτικο. Λόγω της πολυγαμίας που αποδέχεται ο μουσουλμανισμός, ο αδελφός του γαμπρού με τις πολλές γυναίκες είναι θείος όλων των παιδιών και ονομάζεται αμουτζά. Ο αδελφός της κάθε συζύγου είναι θείος των παιδιών της αδελφής του και ονομάζεται νταΐ. Στις χαμηλές κοινωνικές τάξεις ο θείος αυτός γίνεται προστάτης στις δύσκολες στιγμές των ανιψιών του. Με αυτή την έννοια τη χρησιμοποιούσαν και οι Έλληνες της Καισάρειας. Στη Σμύρνη η δανεική από τα Τουρκικά λέξη σήμαινε για τους Έλληνες τον ατίθασο άνθρωπο, το ψυχωμένο παλληκάρι με όλες τις χάρες και τα ελαττώματά του, αποφασιστικό και έτοιμο πάντα για καβγά. Με αυτή την έννοια πέρασε στο ρεμπέτικο όπου κατά τεκμήριο, όπως και ο μάγκας, θεωρείται τίτλος τιμής.

Σαν είσαι μάγκας και νταής
του Μ. Βαμβακάρη με τον Μάρκο και τη Ρίτα Αμπατζή (1934)


Νταλγκάς: Από την τουρκική λέξη dalga. Σημαίνει τον κόσμο της θάλασσας και, στην αρχική της εκδοχή, τον κυματιστό ή την κυματιστή φωνή (εξ ου και το προσωνύμιο του Αντώνη Διαμαντίδη). Μεταφορικά, αισθάνομαι δυνατή επιθυμία. Και ρήμα: νταλγκαδιάζω.

Ντερμπεντέρης. Λέξη περσικής προέλευσης που πέρασε και στα Τουρκικά και σημαίνει αλήτης. Στα περσικά be σημαίνει ανά και der πόρτα, δηλαδή ο περιφερόμενος από πόρτα σε πόρτα. Στα σύγχρονα λεξικά καταγράφεται και ως άνθρωπος σωστός στις σχέσεις του και στη συμπεριφορά του, γενναιόδωρος, ανοιχτοχέρης, αρχοντάνθρωπος, ανοιχτόκαρδος και αξιαγάπητος. Στο ρεμπέτικο πέρασε και με άλλες ιδιότητες, σχετιζόμενες κυρίως με την αυτονομία για τη γυναίκα-ντερμπεντέρισσα και την ευθύτητα για τον άνδρα.

Ντεριτιλής: Από τη λέξη ντέρτι, που προέρχεται από την τουρκική dert. Έχει περσική προέλευση και σημαίνει ταλαιπωρία, λύπη, στενοχώρια, πόνος, καημός, μεράκι από αιτία ερωτική.

Σεβντάς: Από την τουρκική λέξη sevda, που σημαίνει ερωτικός καημός. Σεβνταλής (θηλ. σεβνταλού) είναι ο ερωτοχτυπημένος, ο ερωτιάρης, ο επιρρεπής στον έρωτα. Και καρασεβντάς, ο χειρότερος, ο μαύρος σεβντάς.

Αλανιάρα σεβνταλού
του Κώστα Σκαρβέλη με τον Αντώνη Νταλγκά (1929)


Σερέτης. Από την τουρκική λέξη sirret, που στην αρχική της εκδοχή σημαίνει τον δύστροπο, τον ευέξαπτο, τον φίλερι.

Σκερτσόζος: Προέρχεται από τα ιταλικά. Scherzo σημαίνει αστείο, ενώ στα ελληνικά τον ψεύτικο τρόπο συμπεριφοράς, το νάζι. Συχνότερα χρησιμοποιείται για γυναίκες, περιγράφοντας τις προσποιητά χαριτωμένες και ελκυστικές.

Τζιμάνι: Συνδυασμός λέξεων από την αγγλική γλώσσα. Συγκεκριμένα, από το γράμμα g και τη λέξη man (=άνθρωπος). Κατά μία εκδοχή το g προέρχεται από το good (=καλός) ενώ κατ’ άλλη από το guard (=φύλακας). Και στις δύο περιπτώσεις προϋποθέτει ικανότητα. Στα νεότερα λεξικά: άνθρωπος που καταπιάνεται με όλα και τα καταφέρνει.

Τσαχπίνης: Από τα Τουρκικά (çapkin), και σημαίνει τον ερωτικά άτακτο, τον γυναικά. Στα Ελληνικά αυτόν που με χαριτωμένα καμώματα προσελκύει την προσοχή και τη συμπάθεια των άλλων, κυρίως για γυναίκα (τσαχπίνα) που προσπαθεί να κερδίσει το ενδιαφέρον των ανδρών με τσαχπινιά.

Μ’ έκαψες τσαχπίνα
Μάρκος Βαμβακάρης (1935)


Πηγή: Π. Κουνάδης - «Τα Ρεμπέτικα, εκδ. «ΤΑ ΝΕΑ»

2 σχόλια:

  1. Τον κακό σου τον καιρό! Σερέτης είναι ο ερέτης, ο αρχαίος κωπηλάτης."Ερέτην χρη πρώτον γενέσθαι πριν πηδαλίοις επιχειρείν" πο θα πει ότι πρώτα κάποιος πρέπει να γίνει κωπηλάτης κι ύστερα καπετάνιος. Στη δική σου περίπτωση κύριε "τουρκολόγε - σκατολόγε, μάθε Αρχαία Ελληνικά και ύστερα ασχολήσου με ετυμολογίες ελληνικών λέξεων.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Λίγη ευπρέπεια δεν βλάπτει! Την ταυτότητα και τις ύβρεις κράτα τες για τον εαυτό σου, αγαπητέ. Εμείς ακολουθούμε τους έγκριτους γλωσσολόγους, δεν είμαστε εφευρέτες, διότι σκοπός μας είναι η επιστημονική απόδειξη. Όσον αφορά τα αρχαία ελληνικά και την ετυμολογία τους, τα γνωρίζουμε δεόντως ως επαΐοντες, μάλιστα έχουμε και άλλο σχετικό ιστολόγιο στο οποίο δημοσιεύουμε, με ιδιαίτερη ευαισθησία και επιστημονικά πάντοτε τεκμηριωμένες αναρτήσεις, και όχι αφ' εαυτού ορμώμενοι. Εσύ, παντογνώστη, γράψε ένα δικό σου λεξικό και ετυμολόγησε ό,τι θέλεις. Σου προτείνουμε ως αρχή τη λέξη ήθος που είναι εκατό τοις εκατό ελληνική και δεν αμφισβητείται, αλλά προφανώς δεν σε χαρακτηρίζει!

    ΑπάντησηΔιαγραφή