Παρασκευή, 29 Ιουνίου 2012

Βαγγέλης Παπάζογλου ή Αγγούρης

Ντουρμπαλί Σμύρνης 1896 ή 1897 - Νίκαια Πειραιά 27.6.1943.
Εξαιρετικός συνθέτης και πρωτότυπος στιχουργός, ασχολήθηκε με τη μουσική από την παιδική του ηλικία. Στη Σμύρνη συνεργάστηκε με την Εστουδιαντίνα των Σιδερή και Περιστέρη και μετά το 1922 εγκαταστάθηκε στην Κοκκινιά, όπου άνοιξε το δικό του μουσικό στέκι. Στη Νίκαια γνώρισε και παντρεύτηκε την τραγουδίστρια Αγγέλα Μαρωνίτη.
Η δισκογραφική του παρουσία άρχισε το 1933 με το τραγούδι Αν ήμουν άνδρας, και ερμηνεύτρια την Κατίνα Χωματοπούλου. Ακολούθησαν οι περίφημοι Λαχανάδες με τον Στελλάκη Περπινιάδη, μια από τις μεγαλύτερες επιτυχίες της δεκαετίας του 1930.
Ως το 1937 πέρασε στη δισκογραφία μόνο 25 τραγούδια και ήταν ο πρώτος που σταμάτησε να ηχογραφεί λόγω της σύγκρουσής του με τις επιτροπές λογοκρισίας, πραγματοποιώντας περιοδείες σε όλη την Ελλάδα ως την είσοδο των Γερμανών.
Σύμφωνα με μαρτυρίες, χάρισε πολλά τραγούδια του σε συναδέλφους του συνθέτες και τραγουδιστές. Ένα μεγάλο μέρος υλικού από στίχους και χειρόγραφες παρτιτούρες εμπιστεύθηκε λίγο προτού πεθάνει στον Σμυρνιό συνθέτη και φίλο του Κώστα Γιαννίδη, ο οποίος με τη σειρά του τα παρέδωσε στον γιο του, Γιώργη Παπάζογλου.


Οι λαχανάδες - Στελλάκης Περπινιάδης (1934)

Από τα κορυφαία ρεμπέτικα όλων των περιόδων. Αυτή είναι η πρώτη εκτέλεση, που περιλαμβάνει και τα πέντε δίστιχα. Περιγράφει τον χώρο της παρανομίας και τις σχέσεις διωκτικών αρχών και παρανόμων, με αρκετές λέξεις από το γλωσσάρι τους. Έχει γνωρίσει δεκάδες εκτελέσεις αλλά και κλοπές στη δισκογραφία των 33 και των 45 στροφών.
Λαϊκή ορχήστρα υπό τη διεύθυνση του Κώστα Σκαρβέλη με κιθάρα (Κ. Σκαρβέλης), μπάντζο και σαντούρι (Μανώλης Μαργαρώνης).



Κάτω στα Λεμονάδικα1 γίνηκε φασαρία
δυο λαχανάδες2 πιάσανε και κάναν την κυρία.3

Τα σίδερα τους φόρεσαν και στη στενή4 τους πάνε
κι αν δε βρεθούν τα λάχανα5 το ξύλο που θα φάνε.

Κυρ αστυνόμε μη βαράς, γιατί κι εσύ το ξέρεις
πως η δουλειά μας είναι αυτή και ρέφα6 μη γυρεύεις.

Εμείς τρώμε τα λάχανα, τσιμπούμε τις παντόφλες7
για να μας βλέπουν τακτικά της φυλακής οι πόρτες.

Δε μας φοβίζει ο θάνατος, μόν’ μας τρομάζει η πείνα
γι' αυτό τσιμπούμε λάχανο και την περνούμε φίνα.

1. Λεμονάδικα: Τμήμα της προκυμαίας του Πειραιά, στην πλατεία Καραϊσκάκη, μεταξύ της ακτής Κονδύλη και της ακτής Τζελέπη. Εκεί, τα χρόνια του Μεσοπολέμου, γινόταν η προσέγγιση των πλοίων για το ξεφόρτωμα των εσπεριδοειδών.
2. Λαχανάδες: Oι κλέφτες πορτοφολιών, ή αλλιώς πορτοφολάδες.
3. Κάνω την κυρία: Κάνω το κορόιδο, παριστάνω ότι δεν συμβαίνει τίποτα, αδιαφορώ.
4. Στενή: Η φυλακή.
5. Λάχανα: Τα πορτοφόλια.
6. Ρέφα: το μερτικό στη γλώσσα των χαρτοπαικτών. Προέρχεται από το γαλλικό se refaire που σημαίνει κερδίζω ξανά όσα έχασα.
7. Παντόφλα: Το γεμάτο πορτοφόλι.

Η φωνή του αργιλέ - Στ. Περπινιάδης, Β. Παπάζογλου (1935)

Κορυφαίο χασικλίδικο ρεμπέτικο, με στοιχεία σαρκασμού και χιούμορ. Ο διάλογος μεταξύ του συνθέτη και του τραγουδιστή αποτελεί μία από τις δύο καταγραφές της φωνής του Β. Παπάζογλου (η άλλη είναι στο τραγούδι του Κώστα Σκαρβέλη Τεχνίτης και κατεργάρης, πάλι με τον Στ. Περπινιάδη). Το τραγούδι είχε «χαθεί» για πολλά χρόνια και από το πάλκο και από τη δισκογραφία, λόγω της λογοκρισίας.
Ορχήστρα με βιολί από τον Γιάννη Τσοπανέλη ή Σεβντικιαλή, κανονάκι από τον Μανώλη Μαργαρώνη και κιθάρα από τον Κώστα Σκαρβέλη, που διευθύνει και την ορχήστρα. Συμμετέχει και ένας αργιλές, ο οποίος είχε μεταφερθεί στο στούντιο της Columbia, στον Περισσό.


Γεια σου φίλε μου Στελλάκη!
– Γεια και χαρά σου, Βαγγέλη!
– Τι είναι αυτό που κρατάς;
– Αργιλές!
– Αργιλές;
– Αμ, τι ήθελες να κρατώ, κανένα υπερωκεάνιο;
– Μα αιωνίως, μωρ’ αδρεφέ μου Στελλάκη, όποτ’ έρθω να σε βρω όλο με τον αργιλέ στα χέρια σε βρίσκω!
– Αχ! Φίλε μου Βάγγο, έχεις δίκιο. Αλλά αν ήξερες κι εσύ τα ντέρτια και τα βάσανα πο’ ’χω, δε θα μ’ αδικούσες ποτέ!
– Και δε μου τα λες να τα μάθω κι εγώ;
– Άκου τα, μωρ’ αδρεφέ μου Βάγγο, να με παρηγορήσεις…

Πέντε χρόνια δικασμένος μέσα στο Γεντί Κουλέ
από το πολύ σικλέτι το ’ριξα στον αργιλέ.

Φύσα ρούφα τράβα τονε
πάτα τονε κι άναφ’ τονε
φύλα τσίλιες για τους βλάχους*
κείνους τους δεσμοφυλάκους.

Κι άλλα πέντε ξεχασμένος από σένανε καλέ
για παρηγοριά οι μάγκες μου πατούσαν αργιλέ.

Φύσα ρούφα τράβα τονε
πάτα τονε κι άναφ’ τονε
φύλα τσίλιες για τους βλάχους
’κείνους τους δεσμοφυλάκους.

Τώρα που ’χω ξεμπουκάρει μέσα απ’ το Γεντί Κουλέ
γέμωσε τον αργιλέ μας να φουμάρουμε καλέ.

Φύσα ρούφα τράβα τονε
πάτα τονε κι άναφ’ τονε
φύλα τσίλιες απ
τ’ αλάνι
κι έρχονται δυο μολισμάνοι.*

* Βλάχοι, μολισμάνοι: Υποτιμητικές αναφορές για τους φύλακες, που χρησιμοποιούνται όχι μόνο στο ρεμπέτικο αλλά και στην επιθεώρηση της εποχής.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου