Τετάρτη, 9 Οκτωβρίου 2013

Πτηνά και ζώα στο δημοτικό μας τραγούδι

Το τραγούδι δεν είναι παρά η ίδια η ζωή και οι όψεις της, αλλά και τα συναισθήματα, τα βιώματα και οι μικρές ιστορίες στον τόπο όπου ζούμε. Ετσι, αν το λαϊκό ή το ρεμπέτικο – για παράδειγμα – είναι το τραγούδι των πόλεων, το δημοτικό τραγούδι είναι το γέννημα των κλειστών αγροτικών κοινωνιών, και πολλές φορές σε αυτό αποτυπώθηκε η πρόσδεση ή ο σεβασμός για τη φύση, τα πουλιά και τα ζώα, όπως αηδόνια, πέρδικες, λαγοί, αρνιά, ελαφίνες και άλλα.

Η ιερότητα των συμβόλων, η μυστική επικοινωνία με τις υπερφυσικές δυνάμεις, τα στοιχεία της φύσης και τα ζώα βρίσκονται μέσα στη θεματολογία των δημοτικών τραγουδιών. Ετσι, ο αετός, η πέρδικα, ο κορυδαλλός, αλλά ακόμη και ο λαγός ή το γαϊδούρι συχνά μπήκαν στους στίχους (η πιο συχνή τεχνική ήταν ο ιαμβικός δεκαπεντασύλλαβος χωρίς ομοιοκαταληξία) του ανώνυμου δημιουργού και πρωταγωνίστησαν στα ακριτικά, στις παραλογές, στα κλέφτικα, στα ιστορικά, στα λατρευτικά, στα μοιρολόγια. Γενικά, σε όλες τις κατηγορίες της μουσικής μας παράδοσης, όπως αυτή διασώθηκε μέχρι σήμερα και είναι οικεία σε εμάς ή όπως ακόμη αποκωδικοποιείται και καταγράφεται. Και εδώ αρχίζει η σημειολογία, αφού τα ζώα ή τα πουλιά συχνά δεν είχαν απλά τη θέση... ζώων και πουλιών στον δημοτικό μας πλούτο.

Πουλάκι ξένο

Τα ζώα ή τα πουλιά συχνά γίνονται σύμβουλοι, μεσάζοντες, μεσολαβητές, σε μια αποθέωση της μεταφοράς και της ποιητικής.
Για παράδειγμα, στο «Τραγούδι του νεκρού αδελφού» πουλιά με ανθρώπινη φωνή προειδοποιούν την Αρετή ότι ο αγαπημένος της αδελφός που την πηγαίνει στο σπίτι τους είναι νεκραναστημένος.
«Και παραμπρός που πήγαιναν κι άλλα πουλιά τους λένε:
Θεέ Μεγαλοδύναμε, μεγάλο θάμα κάνεις.
Τέτοια πανώρια λυγερή να σέρν' αποθαμένος.
Τα άκουσε πάλ' η λυγερή και ράγισ' η καρδιά της».
Ένα άλλο παράδειγμα που μας είναι οικείο είναι από «Της Αρτας το γεφύρι», όπου το αηδόνι έχει τη θέση του μεσάζοντα (αλλά με δραματικό τρόπο):
«“Αργά ντυθεί, αργά αλλαχτεί, αργά να πάει στο γιόμα,
αργά να πάει και να διαβεί στης Αρτας το γιοφύρι”.
Και το πουλί παράκουσε κι αλλιώς επήγε κι είπε...».

Ο αετός είναι συχνά ο ανδρειωμένος, ο λεβέντης, ακόμη και ο αποδιωγμένος άντρας, αλλά περήφανος όπως στο τραγούδι της Κυνουρίας.
«Τρεις μαύροι αϊτοί καθόντουσαν σε τρία μαύρα λιθάρια
εκλαίγανε τα ντέρτια τους και τα παράπονά τους
ένας κλαίει που γέρασε και δεν μπορεί πετάξει
κι άλλος κλαίει που μέθυσε και είναι μεθυσμένος...».
Ή στο


 «Ένας αϊτός καθότανε» (Γ. Παπασιδέρης)



Από την άλλη, η πέρδικα συχνά γίνεται υπόδειγμα που περικλείει στην εικόνα της στοργή και αγάπη για το μεγάλωμα των παιδιών, αλλά και την περηφάνια και την ανεξαρτησία της γυναίκας.

«Μωρ' περδικούλα του Μοριά»



Μωρ' περδικούλα του Μοριά κοσμοπερπατημένη
σ' όλον τον κόσμο ήμερη, σε μένα στέκεις άγρια».
Καθώς και η φημισμένη
 «Πέρδικα» της Κέρκυρας.



Από την πλευρά του το χελιδόνι συχνά είναι ο μεσολαβητής ή ο αγγελιαφόρος κάποιου μηνύματος.

Μαύρα μου χελιδόνια (ένα πολύ βαρύ μοιρολόι)


«Μαύρα μου χελιδόνια κι oλόασπρα πουλιά
πολύ ψηλά πετάτε, για χαμηλώσετε.
Φέρτε μου καλαμάρι, φέρτε μου και χαρτιά
να γράψω στα φτερά σας, στα φτερούγια σας
δυο λόγια, δυο μαντάτα, τρία μηνύματα».

Τα γίδια, τα πρόβατα και τα αρνιά είχαν βέβαια την τιμητική τους. Συντροφιά στην καθημερινότητα του ανθρώπου πάντα, του παρείχαν τα αναγκαία, και επόμενο ήταν να τιμηθούν ιδιαίτερα στα τραγούδια του.

Τα γίδια και τα πρόβατα (Ρόζα Εσκενάζυ)



Φύγαν τα λάγια πρόβατα (ποιμενικό θεσσαλικό τσάμικο)



Στα Σάλωνα σφάζουν αρνιά
(Δ. Ζάχος από την ταινία
«Μαρία πενταγιώτισσα»)


Συμμετέχουν φυσικά και τα όμορφα και γεμάτα περηφάνια ελάφια.  Γνωστά για το πόση αγάπη τρέφουν μεταξύ τους ως ζευγάρια και πόσο αγαπούν τα παιδιά τους. Στο παρακάτω μακεδονικό παραδοσιακό τραγούδι η ελαφίνα έχει τη θέση της μάνας που χάνει το παιδί της, και αποτυπώνεται ο καημό της.

«Όλα τα λάφια χαίρονται» (Μαρίζα Κωχ)



Όλα τα λάφια βόσκουνε κι όλα δροσολογιούνται
Μον' μια λαφίνα ταπεινή δεν πάει κοντά με τ' άλλα
Μόνο στ' απόσκια περπατεί, τ' απόζερβα αγναντεύει
Κι όπου έβρει γάργαρο νερό θολώνει το και πίνει
Κι ο ήλιος την ερώτησε κι ο ήλιος τη ρωτάει
Γιατί λαφίνα μ' ταπεινή δεν πας κοντά με τ' άλλα
Μόνο στ' απόσκια περπατείς τα απόζερβα 'γναντεύεις
Κι όπου έβρεις γάργαρο νερό θολώνεις το και πίνεις
Ήλιε μου Σα με ρώτησες θα σου το μολογήσω
Δώδεκα χρόνους έκαμα μόνη χωρίς ελάφι
Δώδεκα χρόνους ήλιε μου στείρα χωρίς ελάφι
Κι από τους δώδεκα κι ομπρός απέκτησα λαφάκι.
Και σαν εβγήκε ο βασιλιάς να λαφοκυνηγήσει
Το ειδέ που βόσκαε μοναχό, ρίχνει και το σκοτώνει
Γι' αυτό στ' απόσκια περπατώ τ' απόζερβα αγναντεύω
Κι όπου βρω γάργαρο νερό θολώνω το και πίνω
Κι ο ήλιος τότε εδάκρυσε και τα βουνά ριγήσαν
Και το φεγγάρι έσβησε ν' ακούσει το ελάφι
Κι οι λαγκαδιές κι οι ρεματιές μαζί του αναστενάξαν
Να κάνει η μάνα το παιδί, να το σκοτών' ο άλλος
Κλάψε με, μάνα κλάψε με, με ήλιο με φεγγάρι.


Αυτός είναι ο μυθικός κόσμος της μεταφοράς, ο κόσμος όπου τα ζώα ή τα πουλιά γίνονται σύμβολα από εποχές που ο λαός μας δεν μπορούσε ή δεν επιτρεπόταν να τα πει με ευθύ τρόπο.Έβλεπαν πάντα  με αγάπη τα πουλιά και τα ζώα,  που πολλά ήταν φυσικά διαφορετικά σε κάθε περιοχή. Όλοι οι τόποι του ελλαδικού χώρου έχουν ένα ευρύ και εν πολλοίς άγνωστο μουσικοποιητικό ρεπερτόριο του είδους.   Είναι τόσα πολλά, ων ουκ έστι αριθμός…
Ενδεικτικά στοιχεία από την εφημ. «ΤΑ ΝΕΑ»


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου