Τετάρτη, 14 Δεκεμβρίου 2011

Μίκης Θεοδωράκης - Άξιος εστί

(Χίος, 29 Ιουλίου 1925). Με καταγωγή από χωριό των Χανίων Κρήτης, γιος ανωτέρου δημοσίου υπαλλήλου, πέρασε τα πρώτα 18 χρόνια της ζωής του σε διάφορες πόλεις της ελληνικής επαρχίας όπως Μυτιλήνη, Σύρος και Αθήνα, Γιάννενα, Κεφαλλονιά, Πύργο, Πάτρα και κυρίως στην Τρίπολη, λόγω των μεταθέσεων του πατέρα του.
Το πρώτο μουσικό όργανο που έπιασε στα χέρια του ήταν βιολί, με το οποίο δημιούργησε τα πρώτα του σχεδιάσματα το1937 στην Πάτρα και με μεγαλύτερο ζήλο αργότερα στον Πύργο. Οι μουσικές του σπουδές αρχίζουν με μαθήματα πιάνου στο Ωδείο της Τρίπολης και από τότε άρχισε να διαφαίνεται ότι η ζωή του θα μοιραζόταν ανάμεσα στη μουσική και σε αγώνες για ανθρωπιστικές αξίες.
Στην Τρίπολη το 1943, σε ηλικία μόλις 17 ετών, δίνει την πρώτη του συναυλία παρουσιάζοντας το έργο του Κασσιανή και παίρνει μέρος στην αντίσταση κατά των κατακτητών. Στη μεγάλη διαδήλωση της 25ης Μαρτίου 1943 συλλαμβάνεται για πρώτη φορά από τους Ιταλούς και βασανίζεται. Διαφεύγει στην Αθήνα, όπου οργανώνεται στο ΕΑΜ και αγωνίζεται κατά των Γερμανών κατακτητών. Συγχρόνως σπουδάζει στο Ωδείο Αθηνών με καθηγητή τον Φιλοκτήτη Οικονομίδη.
Μετά την απελευθέρωση ξεσπά ο Εμφύλιος. Ο Θεοδωράκης, λόγω των προοδευτικών του ιδεών καταδιώκεται από τις αστυνομικές Αρχές. Για ένα διάστημα ζει παράνομος στην Αθήνα χωρίς να σταματήσει την επαναστατική του δράση. Τελικά συλλαμβάνεται και εξορίζεται στην αρχή στην Ικαρία και στη συνέχεια στο επονομαζόμενο στρατόπεδο θανάτου, στη Μακρόνησο.
Το 1954 πηγαίνει με υποτροφία στο Παρίσι, όπου εγγράφεται στο Κονσερβατουάρ και σπουδάζει για σύντομο χρονικό διάστημα μουσική ανάλυση με τον Olivier Messiaen καθώς επίσης και διεύθυνση ορχήστρας με τον Eugène Bigot. Η περίοδος 1954-1960 είναι μια εποχή έντονης δραστηριότητας για τον Θεοδωράκη στον χώρο της ευρωπαϊκής μουσικής. Συνθέτει μουσική για το μπαλέτο της Ludmila Tcherina, για το Covent Garden, για το Stuttgart Ballet και επίσης για τον κινηματογράφο.
Το 1957 του απονέμεται το πρώτο βραβείο του Φεστιβάλ Νέκυ της Μόσχας από τον Σοστακόβιτς για το έργο του Σουίτα Νο 1 για πιάνο και ορχήστρα, αλλά και το βραβείο Κόπλεϊ για τον καλύτερο Ευρωπαίο συνθέτη. Συγχρόνως συνθέτει πολλά έργα συμφωνικής μουσικής και μουσικής δωματίου. Το 1960 επιστρέφει στην Ελλάδα και τον Ιούνιο του ίδιου έτους, μαζί με τους Αργ. Κουνάδη, Γ. Ξενάκη, Γ. Παπαϊωάννου, Δ. Χωραφά και Φ. Ανωγειανάκη, μελετούν και δημοσιεύουν ένα «σχέδιο προγράμματος για την αναδιοργάνωση της ελληνικής μουσικής». Λίγο αργότερα (Σεπτέμβριος 1960) ταράζει τα νερά της ελληνικής μουσικής πραγματικότητας παρουσιάζοντας 8 τραγούδια που μεταφέρουν σε λαϊκούς ρυθμούς τον Επιτάφιο του Γιάννη Ρίτσου. Ο Θεοδωράκης μελοποίησε αυτά τα ποιήματα όταν ακόμη ήταν στο Παρίσι για να τα τραγουδήσει σε συγκέντρωση με σκοπό έναν έρανο για την προεκλογική συγκέντρωση της ΕΔΑ.


Με τον Γιάννη Ρίτσο
Επιστρέφοντας στην Ελλάδα παρουσίασε το έργο σε τρεις εκτελέσεις: Την πρώτη επιμελήθηκε μουσικά ο Μάνος Χατζιδάκις και τραγούδησε η Νάνα Μούσχουρη. Στη δεύτερη –όσο και στην τρίτη που ακολούθησε με ερμηνεύτρια τη Μαίρη Λίντα και σολίστ στο βιολί τον Βύρωνα Κολάση– ο ίδιος ο Θεοδωράκης χρησιμοποίησε το μπουζούκι του Μανώλη Χιώτη και στο τραγούδι τον Γρηγόρη Μπιθικώτση, έναν καθαρά λαϊκό τραγουδιστή, προκαλώντας έντονες αντιδράσεις που είχαν αφετηρία τη χρήση μπουζουκιού από έναν έντεχνο δημιουργό.
Τον Επιτάφιο ακολούθησε η μελοποίηση έργων κάποιων ακόμη ποιητών όπως του Γιώργου Σεφέρη (Επιφάνεια - 1960), του Οδυσσέα Ελύτη (Μικρές Κυκλάδες - 1962) κ.ά., αλλά και μουσική για τον κινηματογράφο (Honey moon, Συνοικία το όνειρο) και το θέατρο (Όμηρος, Όμορφη πόλη).

Θεοδωράκης, Μπιθικώτσης, Ζαμπέτας, Χατζιδάκις
Το 1963, σε συνεργασία  με τον Χατζιδάκι, ανεβάζουν την επιθεώρηση Μαγική πόλη. Βασικοί του συνεργάτες όλα αυτά τα χρόνια είναι ο Χιώτης, λίγο αργότερα ο Γιώργος Ζαμπέτας και οι Καρνέζης - Παπαδόπουλος στο μπουζούκι, και ερμηνευτές του ο Μπιθικώτσης, η Ντόρα Γιαννακοπούλου και για μικρότερο διάστημα οι Καζαντζίδης - Μαρινέλλα.
Ακολουθούν δεκάδες «κύκλοι τραγουδιών», φόρμα που ο ίδιος ο Θεοδωράκης καθιέρωσε, τα οποία βρίσκουν βαθύτατη απήχηση στο ελληνικό κοινό και είτε έχουν κοινή ποιητική καταγωγή (Επιτάφιος, Επιφάνια) είτε είναι σκόρπια τραγούδια με μόνο κοινό στοιχείο το κλίμα δημιουργίας τους από τον συνθέτη (Πολιτεία, Αρχιπέλαγος...).
Το 1963 ιδρύει τη Μικρή Συμφωνική Ορχήστρα Αθηνών και δίνει πολλές συναυλίες σε όλη την Ελλάδα προσπαθώντας να εξοικειώσει τον κόσμο με τα αριστουργήματα της συμφωνικής μουσικής. Το ίδιο έτος, μετά τη δολοφονία του Γρηγόρη Λαμπράκη, ιδρύεται η «Νεολαία Λαμπράκη», της οποίας εκλέγεται πρόεδρος. Την ίδια εποχή εκλέγεται βουλευτής της ΕΔΑ.
Το 1964 αποκτά διεθνή αναγνώριση με τη σύνθεση της μουσικής για την ταινία του Μιχάλη Κακογιάννη, Zorba the Greek, βασισμένη στο βιβλίου του Νίκου Καζαντζάκη Ζορμπάς.
 
Με τον Οδυσσέα Ελύτη
Στα τέλη της ίδιας χρονιάς παρουσιάζει ένα πιο σύνθετο έργο, βασισμένο στην ποιητική συλλογή του Οδυσσέα Ελύτη Άξιον εστί. Στοιχεία δημιουργίας του είναι η αφήγηση, ο ύμνος, το χορικό και το λαϊκό τραγούδι –υπάρχουν αντίστοιχα στο έργο αφηγητής (Μ. Κατράκης), ψάλτης (Θ. Δημήτριεφ), μεικτή ορχήστρα και λαϊκός τραγουδιστής (Γρ. Μπιθικώτσης)– ενώ χρησιμοποίησε κάθε είδος από την ελληνική μουσική παράδοση (βυζαντινό, δημοτικό, λαϊκό) αλλά και στοιχεία από τη δυτική τεχνοτροπία.

Την 21η Απριλίου του 1967 περνά στην παρανομία και απευθύνει την πρώτη έκκληση για αντίσταση κατά της δικτατορίας στις 23 Απριλίου. Τον Μάιο του 1967 ιδρύει μαζί με άλλους την πρώτη αντιστασιακή οργάνωση κατά της δικτατορίας, το ΠΑΜ, και εκλέγεται πρόεδρός του. Συλλαμβάνεται τον Αύγουστο του 1967. Ακολουθεί η φυλάκισή του στην οδό Μπουμπουλίνας, η απομόνωση, οι φυλακές Αβέρωφ, η μεγάλη απεργία πείνας, το νοσοκομείο, η αποφυλάκιση και ο κατ' οίκον περιορισμός, η εκτόπιση με την οικογένειά του στη Ζάτουνα Αρκαδίας, και τέλος το στρατόπεδο Ωρωπού.

Με τα παιδιά του Μαργαρίτα και Γιώργο στη Ζάτουνα
Όλο αυτό το διάστημα συνθέτει συνεχώς. Πολλά από τα καινούργια έργα του κατορθώνει με διάφορους τρόπους να τα στέλνει στο εξωτερικό, όπου τραγουδιούνται από τη Μαρία Φαραντούρη και τη Μελίνα Μερκούρη.
Στον Ωρωπό η κατάσταση της υγείας του επιδεινώνεται επικίνδυνα. Στο εξωτερικό ξεσηκώνεται θύελλα διαμαρτυριών. Προσωπικότητες όπως οι Ντμίτρι Σοστακόβιτς, Άρθουρ Μίλερ, Λώρενς Ολίβιε, Υβ Μοντάν και άλλοι συγκροτούν επιτροπές για την απελευθέρωσή του. Τελικά, υπό την πίεση αυτή αποφυλακίζεται και βρίσκεται στο Παρίσι τον Απρίλιο του 1970. Στο εξωτερικό αφιερώνει όλο τον χρόνο του σε περιοδείες σε όλο τον κόσμο με συναυλίες, συναντήσεις με αρχηγούς κρατών και προσωπικότητες, συνεντεύξεις για την πτώση της δικτατορίας και την επαναφορά της δημοκρατίας στην Ελλάδα. Οι συναυλίες του γίνονται βήμα διαμαρτυρίας και διεκδίκησης και για τους άλλους λαούς που αντιμετωπίζουν παρόμοια προβλήματα: Ισπανούς, Πορτογάλους, Ιρανούς, Κούρδους, Τούρκους, Χιλιανούς, Παλαιστίνιους.

Το 1972 επισκέπτεται το Ισραήλ δίνοντας συναυλίες. Συναντάται με τον τότε αντιπρόεδρο της ισραηλινής κυβέρνησης Αλόν, που του ζητάει να μεταφέρει μήνυμα στον Γιάσερ Αραφάτ. Πραγματικά, αμέσως μετά συναντάται με τον Αραφάτ, στον οποίο επιδίδει το μήνυμα της ισραηλινής κυβέρνησης και προσπαθεί να τον πείσει να ξεκινήσει συζητήσεις με την άλλη πλευρά. Από τότε έπαιξε πολλές φορές τον ρόλο του άτυπου πρεσβευτή μεταξύ των δύο πλευρών (είναι χαρακτηριστικό ότι το 1994 γιορτάσθηκε πανηγυρικά στο Όσλο η υπογραφή της συμφωνίας μεταξύ Ισραηλινών και Παλαιστινίων από τους Πέρες και Αραφάτ με την παρουσίαση του Μαουτχάουζεν –που εν τω μεταξύ έχει γίνει εθνικό τραγούδι του Ισραήλ– και του Ύμνου για την Παλαιστίνη που έγραψε ο Θεοδωράκης, ως αναγνώριση και της δικής του συμβολής στην υπόθεση της ειρήνης στην περιοχή αυτή). Επισκέπτεται επίσης την Αλγερία, την Αίγυπτο, την Τύνιδα, τον Λίβανο και τη Συρία προσπαθώντας να ενισχύσει τον διάλογο μεταξύ αντιμαχομένων πλευρών.
Το 1974, με την πτώση της δικτατορίας, γυρίζει στην Ελλάδα. Συνθέτει πάντα μουσική και δίνει πολλές συναυλίες τόσο στο εσωτερικό όσο και στο εξωτερικό. Παράλληλα συμμετέχει στα κοινά είτε ως απλός πολίτης, είτε ως βουλευτής (τις περιόδους 1981-86 και 1989-92) είτε ως υπουργός Επικρατείας (1990-92), θέσεις από τις οποίες τελικά παραιτείται.
Το 1976 ιδρύει το Κίνημα «Πολιτισμός της Ειρήνης» και δίνει διαλέξεις και συναυλίες σε όλη την Ελλάδα. Το 1983 του απονέμεται το Βραβείο Λένιν για την Ειρήνη.
Το 1986 γίνεται πραγματικότητα κάτι που από το 1970 ακόμα έχει υποστηρίξει σε συνεντεύξεις του: η δημιουργία επιτροπών ελληνοτουρκικής φιλίας στην Ελλάδα με πρόεδρο τον ίδιο και στην Τουρκία με τη συμμετοχή γνωστών πνευματικών ανθρώπων όπως ο Αζίζ Νεσίν, ο Γιασάρ Κεμάλ και ο Ζυλφύ Λιβανελί. Ο Θεοδωράκης δίνει πολλές συναυλίες στην Τουρκία, με νεανικό κυρίως κοινό και με συνθήματα υπέρ της φιλίας μεταξύ των δύο λαών. Αργότερα παίζει και πάλι τον ρόλο του άτυπου πρεσβευτή ειρήνης, μεταφέροντας μηνύματα των Ελλήνων πρωθυπουργών, του Ανδρέα Παπανδρέου και του Κωνσταντίνου Μητσοτάκη, προς την τουρκική κυβέρνηση.
Επίσης το 1986 (μετά την καταστροφή στο Τσέρνομπιλ) πραγματοποιεί μεγάλη περιοδεία με συναυλίες σε όλη την Ευρώπη κατά της ατομικής ενέργειας.

Το 1988 διοργανώνονται με δική του πρωτοβουλία δύο συνέδρια για την ειρήνη στο Τύμπιγκεν και στην Κολωνία. Συμμετέχουν πολιτικοί όπως ο Όσκαρ Λαφοντέν και ο Γιοχάνες Ράου, φιλόσοφοι όπως ο Φρίντιχ Ντίρενματ, συγγραφείς, πολιτειολόγοι και καλλιτέχνες. Εκεί έχει την ευκαιρία να αναπτύξει τη θεωρία του για τον ελεύθερο χρόνο και τη σημασία του στη διαμόρφωση ελεύθερων ανθρώπων.
Το 1990 δίνει 36 συναυλίες σε ολη την Ευρώπη υπό την αιγίδα της Διεθνούς Αμνηστίας. Συνεχίζει δίνοντας συναυλίες για την ηλιακή ενέργεια (υπό την αιγίδα της Εurosolar), κατά του αναλφαβητισμού, κατά των ναρκωτικών κ.λπ. Παράλληλα αγωνίζεται και για τα ανθρώπινα δικαιώματα σε άλλες χώρες και κυρίως στις γειτονικές Αλβανία και Τουρκία. Το 1993 αναλαμβάνει Γενικός Διευθυντής Μουσικών Συνόλων της ΕΡΤ, όμως παραιτείται έναν χρόνο μετά. Τα επόμενα χρόνια παρουσιάζονται οι όπερές του Ηλέκτρα (1995) και Αντιγόνη (1999), ενώ παράλληλα αναπτύσσει μεγάλη δραστηριότητα στο εξωτερικό (Ευρώπη, Νότια Αφρική, Αμερική) και παίρνει δυναμικά θέση σε όλα τα σημαντικά γεγονότα της εποχής (ελληνοτουρκική φιλία, σεισμοί, βομβαρδισμοί στην Γιουγκοσλαβία, υπόθεση Οτσαλάν, πόλεμος στο Αφγανιστάν, πόλεμος στο Ιράκ κ.λπ.).
Το 2000 είναι υποψήφιος για το Βραβείο Νομπέλ Ειρήνης ενώ το 2002 παρουσιάζεται η όπερά του Λυσιστράτη, ένας ύμνος στην ειρήνη.
Πάντα ακάματος και αγέραστος συνεχίζει να παρεμβαίνει στα πολιτικά πράγματα της χώρας ενεργός  και με αγωνιστικότητα.
Γρηγόρης Μαρκόπουλος

Μίκης Θεοδωράκης - Όμορφη πόλη

 

Πηγές: ΠΑΠΥΡΟΣ ΛΑΡΟΥΣ ΜΠΡΙΤΑΝΝΙΚΑ
            http://www.mikis-theodorakis.net/

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου