Τρίτη, 3 Ιανουαρίου 2012

Το ελληνικό τραγούδι

από τον Όθωνα ως σήμερα

Οι δρόμοι που ακολούθησε το τραγούδι στη χώρα μας
μέσα σε περίπου δύο αιώνες που διήνυσε


1821-1922 Ξεκινώντας, με τη σύσταση του ελληνικού κράτους, τον ερχομό του Όθωνα και τη Βαυαροκρατία, αλλάζουν και τα μουσικά ακούσματα της Ελλάδας. Η ελληνική παράδοση, δηλαδή το δημοτικό τραγούδι, παραγκωνίζεται και θεωρείται ως «παράδοση της σκλαβιάς», ενώ φυσικά η  επίσημη μουσική του κράτους είναι πλέον δυτική αφού ακόμη και η μπάντα του ελληνικού στρατού απαρτίζεται από  ξένους μουσικούς.

Η πλατεία Συντάγματος επί εποχής Όθωνα
Το 1836 μάλιστα θεσπίζεται η υποχρεωτική διδασκαλία ευρωπαϊκής μουσικής στο Αρσάκειο. Έτσι, ακόμη και τα τραγούδια με θέμα τον Αγώνα για την Απελευθέρωση γράφονται  πάνω σε ευρωπαϊκές μελωδίες και στις αστικές περιοχές θα κάνουν την είσοδό τους οι ιταλικοί μελοδραματικοί θίασοι, με αποτέλεσμα ως τα τέλη του 19ου αιώνα το ιταλικό μελόδραμα να είναι πια η κύρια πηγή του ελληνικού αστικού τραγουδιού.

Μόνο τα Επτάνησα εξαιρούνται,  όντας ο κυρίαρχος φορέας δημιουργίας ελληνικής λόγιας μουσικής, μιας καλής σύζευξης δυτικών στοιχείων με την ντόπια μουσική παράδοση και συνθέτες όπως ο Παύλος Καρρέρ, ο Σπυρίδων Ξύνδας κ.ά. γράφουν, εκτός από μελοδραματικά, και λαϊκά τραγούδια στο ύφος της επτανησιακής καντάδας, που αποτέλεσαν την αφετηρία του «αθηναϊκού» τραγουδιού. 
Από την άλλη, αναπόφευκτα, η προφορική μουσική λαϊκή παράδοση  συνεχίζεται ενσωματώνοντας το 1850 ένα καθαρά ευρωπαϊκό μουσικό όργανο, το κλαρίνο, για να αποδώσει το πλούσιο παραδοσιακό μας υλικό.


Καφέ αμάν
Το 1873 καταγράφεται η λειτουργία του πρώτου καφέ σαντούρ και έπειτα θα  ακολουθήσουν τα επόμενα χρόνια τα καφέ αμάν (αντίπαλο δέος στα δυτικότροπα καφέ σαντάν), ένα είδος μουσικού καφενείου, που αργότερα θα μπει στις παραστάσεις του Θεάτρου Σκιών, μια ψυχαγωγία που ως τα τέλη του 19ου αιώνα επικράτησε πλήρως στις αστικές τάξεις της Αθήνας και του Πειραιά. Εκεί, σε μια τεράστια ποικιλία, συνωθούνταν τουρκικά, αραβικά, ελληνικά δημοτικά, σμυρναίικα, βουλγάρικα, αρβανίτικα κ.ά. τραγούδια. Παράλληλα, την ίδια περίοδο έχουμε την υποχώρηση του μελοδράματος και την εμφάνιση του κωμειδυλλίου. Το ίδιο έτος (1873) γίνονται και τα εγκαίνια του Ωδείου Αθηνών (οδός Πειραιώς) από τον Ερνέστο Τσίλερ.
Προχωρώντας, κατά τη δεκαετία του 1880 έχουμε πλέον τη διαμόρφωση του «αθηναϊκού» τραγουδιού, το οποίο περιέχει ενσωματωμένα στοιχεία ευρωπαϊκά, από το ιταλικό τραγούδι, και λίγα γηγενή. Στην ακμή του (πρώτη εικοσαετία του 20ού αιώνα)  θα βρεθεί απέναντι στην επιθεώρηση, που είναι ένα είδος με δική του μουσική σύνθεση βρίθουσα αντιγραφών ευρωπαϊκών μελωδιών, η οποία αργότερα θα αντικατασταθεί από την οπερέτα, που με τη σειρά της είναι επηρεασμένη από το επτανησιακό και το «αθηναϊκό» τραγούδι.
Δημιουργοί που θα τη στηρίξουν είναι ο Θεόφραστος Σακελλαρίδης και ο Νίκος Χατζηαποστόλου. Το 1900 γίνεται η πρώτη συναυλία στον «Παρνασσό» από την Αθηναϊκή Μαντολινάτα και το 1914 η πρώτη εμφάνιση του Θεόφραστου Σακελλαρίδη ως συνθέτη οπερέτας.

Θ. Σακελλαρίδης - Βασιλικός - οπερέτα


Όπως σε ολόκληρη την πορεία την ανθρωπότητας, οι ιστορικές και οι κοινωνικές συγκυρίες διαμορφώνουν όλα τα νέα δεδομένα. Με τη μετακίνησή τους λοιπόν προς τις πόλεις, οι κατώτερες λαϊκές τάξεις θα κουβαλήσουν και τη λαϊκή τους παράδοση, εν αντιθέσει με τους αστούς, που είναι στραμμένοι στη Δύση,. Είναι φτωχοί άνθρωποι με διαφορετική κουλτούρα από τους ανθρώπους της πόλης, θα βρεθούν μαζί τους και θα δημιουργήσουν ομάδες που δεν αποδέχονται τις κυρίαρχες αστικές αξίες. Έχοντας διαμορφώσει διαφορετικό τρόπο ζωής και έκφρασης, θα διαφοροποιηθούν συνεπώς και στη μουσική τους, στον χορό και στο τραγούδι. Θα δημιουργήσουν ανώνυμα τραγούδια, προφορικά, με έναν ιδιαίτερο κώδικα ηθικοκοινωνικής συμπεριφοράς, εκφράζοντας τον καημό τους για τη σκληρή ζωή του αδυνάτου που βιώνουν. Το τραγούδι αυτό αργότερα θα ονομαστεί ρεμπέτικο – με σαφώς μειωτική διάθεση. Υπάρχουν και κάποιοι που διατείνονται ότι οι καταβολές του ρεμπέτικου βρίσκονται στην Ελλάδα της Ανατολής που εισδύει στην κυρίως Ελλάδα μέσω κομπανιών οι οποίες θα επιδράσουν στη διαμόρφωση αυτού του νέου είδους.

1922-1940 Μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή και την άφιξη στην Ελλάδα κορυφαίων συνθετών (Τούντας, Σέμσης, Σκαρβέλης, Ογδοντάκης, Περιστέρης) το ρεμπέτικο τραγούδι θα ενωθεί με το σμυρναίικο σε ό,τι αφορά όργανα, ρυθμούς φωνές και τραγούδια και θα καθιερωθεί ευρέως στους αστικούς πληθυσμούς.
Καθοριστικό ρόλο για τη διάδοση των τραγουδιών θα παίξει οπωσδήποτε  η δισκογραφία.

Το εργοστάσιο της Columbia ερειπωμένο
Η φωνογραφική δραστηριότητα αρχίζει το 1908 που τα τραγούδια φωνογραφούνται στην Ελλάδα και τυπώνονται στην Αγγλία. Εν τω μεταξύ το 1931 σηματοδοτείται από την  ίδρυση στη χώρα μας των εταιρειών παραγωγής δίσκων Columbia και Ηis Μasters Voice από τον Ι. Λαμπρόπουλο. Την ίδια χρονιά ιδρύεται από τον Μίνωα Μάτσα και η Οdeon Parlophone.
Τα πρώτα τραγούδια στην κυρίως Ελλάδα που φωνογραφούνται είναι επιθεωρησιακές και οπερετικές επιτυχίες, και παλιά τραγούδια, αθηναϊκά και επτανησιακά.
Το «ελαφρό», με την προοπτική των δίσκων, εντείνει τις προσπάθειες των συνθετών και των στιχουργών για τη δημιουργία νέων τραγουδιών, εγκαταλείποντας υποχρεωτικά τις ξένες αντιγραφές. Θέμα των τραγουδιών είναι οι ρομαντικές αναφορές στον έρωτα, στη γυναίκα και στο κρασί (1930), κάτω από τους ήχους του βαλς και του ταγκό, και αφού σταδιακά εκλείπουν  οι οπερέτες και τα κωμειδύλλια, η επιθεώρηση κρατάει πια την πρωτεύουσα θέση.

Η Μάντρα του Αττίκ
Πριν από τον πόλεμο ο πλέον σημαντικός εκφραστής του «ελαφρού» τραγουδιού είναι ο Κλέων Τριανταφύλου (Αττίκ), ο δημιουργός της περίφημης «Μάντρας», ο οποίος με τεχνική αρτιότητα επιτυγχάνει να διεγείρει έντονα το συναίσθημα της εποχής εκείνης.
Άλλοι μεγάλοι συνθέτες που ξεκινούν τη δεκαετία του 1930  και δραστηριοποιούνται στο θέατρο και στο τραγούδι είναι: Χρήστος Χαιρόπουλος, Κώστας Γιαννίδης, Ιωσήφ Ριτσιάρδης και ο Μιχάλης Σουγιούλ, που μεταπολεμικά θα γίνει ο πατέρας του «αρχοντορεμπέτικου».
Ο Παναγιώτης Τούντας, ο Σπύρος Περιστέρης και ο Βαγγέλης Παπάζογλου που έχουν έρθει από τη Μικρά Ασία, όπως προαναφέραμε, συνεχίζουν να γράφουν  τραγούδια με μικρασιάτικες επιρροές. Οι τραγουδιστές που θα σημαδέψουν με τη φωνή τους αυτή την εποχή είναι η Ρόζα Εσκενάζυ, η Ρίτα Αμπατζή, ο Αντώνης Διαμαντίδης (Νταλγκάς), ο Κώστας Ρούκουνας κ.ά.
Το 1932, επιπλέον, κυκλοφορεί ο πρώτος δίσκος του πατριάρχη του είδους αυτού,  του Μάρκου Βαμβακάρη, ηγέτη του πειραιώτικου ρεμπέτικου (που μαζί με τους: Στράτο Παγιουμτζή, Ανέστη Δελιά, Γιώργο Μπάτη αποτελούσαν την ξακουστή «Τετράδα του Πειραιά»), και ο οποίος καθιέρωσε τραγούδια πιο σκληρά, για τη φτώχεια, την παρανομία, τα «ναρκωτικά» και την εκμετάλλευση. Το ρεμπέτικο αρχίζει να εξέρχεται από την απομόνωση και εμπλουτίζεται από το μπουζούκι και τον μπαγλαμά, ενώ η θεματολογία του πλαταίνει με τη γυναίκα, τον έρωτα, τη φυλακή, την κοινωνική αδικία.
Το 1936 η μουσική του ρεμπέτικου πλέον τραγουδιού αλλά και τα λόγια του λογοκρίνονται από τον Μεταξά, τόσο για τις χασικλίδικες αναφορές όσο και για τις εξ Ανατολών επιρροές. Αξίζει να αναφέρουμε την εμφάνιση αξιόλογων συνθετών όπως ο  Γιάννης Παπαϊωάννου, ο Απόστολος Χατζηχρήστος, ο Δημήτρης Γκόγκος (Μπαγιαντέρας) και ο Βασίλης Τσιτσάνης, ο οποίος θα μαζικοποιήσει το ρεμπέτικο.

Α. Χατζηχρήστος - Ας μην ξημέρωνε ποτέ - ρεμπέτικο


1940-1960 Ο πόλεμος και η Κατοχή θα επηρεάσουν φυσικά και το ελληνικό τραγούδι. Το λεγόμενο «ελαφρό» τραγούδι σε αυτή τη διάρκεια έχει βασιστεί στις εθνικές εξάρσεις και κατόπιν θα επιστρέψει στην επιθεώρηση που συνοδεύεται από  ερωτικές ρομάντζες σε ρυθμούς ευρωπαϊκούς αλλά και αμερικανικούς.

Ο Γ. Μουζάκης επί τω έργω
Υπογράφεται από τους: Γιώργο Μουζάκη, Γιάννη Σπάρτακο, Τάκη Καπνίση κ.ά. Χωρίς τίποτε καινούργιο η μουσική ανακυκλώνεται σε ήδη υπάρχον υλικό που χρησιμοποιείται στην αγορά του θεάτρου, του κινηματογράφου και των δίσκων, έως ότου παρακμάσει στα πρώτα χρόνια του 1960.
Κατά τη μεταπολεμική περίοδο επέρχονται αλλαγές στο κοινωνικό στάτους, με συνέπεια το τραγούδι να αγγίξει πια τα μικροαστικά στρώματα που απαρτίζονται από αστίφυλους αγροτικούς πληθυσμούς. Ο λαϊκός Τύπος, τα περιοδικά, τα μέσα μαζικής επικοινωνίας που βρίσκονται σε κάθε σπίτι, θα έχουν ως παρεπόμενο τη διαμόρφωση μιας λαϊκίζουσας μαζικής κουλτούρας, ευκολοχώνευτης και απλοϊκής, με σκοπό την αγοραστική επιτυχία.
Σημειωτέον ότι σε αυτά τα χρόνια εμφανίζονται και έξοχες δημιουργίες. Το λαϊκό τραγούδι συνεχίζει την πορεία του με πιο πολλά θέματα: τον πόνο, τα βάσανα της μάνας, την κοινωνική ανισότητα, που με στίχο απλοϊκό και φτωχές μουσικές φόρμες μπαίνει στην κατανάλωση. Έχουμε βεβαίως σημαντικούς συνθέτες όπως τον Βασίλη Τσιτσάνη, ο οποίος με τραγουδιστές όπως η Μαρίκα Νίνου, η Σωτηρία Μπέλλου, ο Πρόδρομος Τσαουσάκης και η Ιωάννα Γεωργακοπούλου, συνεχίζει την προπολεμική του πορεία.
Η Ιωάννα Γεωργακοπούλου στο πάλκο
Πρέπει επίσης να αναφέρουμε τους Γιώργο Μητσάκη, Απόστολο Καλδάρα, Γιώργο Ζαμπέτα και κατόπιν τους Θόδωρο Δερβενιώτη, Μπάμπη Μπακάλη και Άκη Πάνου με πιο κοινωνικές αναφορές. Επίσης τον Μανόλη Χιώτη, που είχε ξεκινήσει πριν από τον πόλεμο και του οφείλουμε μια καινοτομία του μπουζουκιού, καθώς μεταφέρει κιόλας ευρωπαϊκούς και αμερικάνικους ρυθμούς. Μην παραλείψουμε τη συμβολή των στιχουργών: Ευτυχίας Παπαγιαννοπούλου, Κώστα Βίρβου, Χαράλαμπου Βασιλειάδη και Χρήστου Κολοκοτρώνη. Είναι επιπροσθέτως και η μετανάστευση –εσωτερική και εξωτερική– που κατακλύζει ως θέμα και το λαϊκό τραγούδι με κύριο εκφραστή τον Στέλιο Καζαντζίδη, με πληθώρα τραγουδιών, δημοτικά, τούρκικα, αραβικά και ινδικά. Ο λόγος φυσικά είναι η εισβολή των κινηματογραφικών ταινιών από τις χώρες αυτές. Παράλληλα, ο δικός μας ελληνικός κινηματογράφος τρέφεται από παλιό ελαφρό, λαϊκό τραγούδι με σύγχρονες τάσεις, προσπαθώντας να φτιάξει ελληνικά μιούζικαλ (Μίμης Πλέσσας).

Τρεχαντήρι θ' αρματώσω - ελληνικό μιούζικαλ


1960 ως σήμερα Σε ευρωπαϊκό επίπεδο, ως αντίδραση στη λαϊκή κουλτούρα θα εμφανιστεί μια κίνηση από την προοδευτική διανόηση πολλών χωρών, θέλοντας να ξαναγυρίσουν στις  αυθεντικές ρίζες της λαϊκής κουλτούρας. Με υψηλό αισθητικό επίπεδο, δεν καταφέρνουν να προσεταιρισθούν το ευρύ κοινό, παρά μόνο φοιτητές, διανοούμενους και προοδευτικούς αστούς.

Οι κορυφαίοι μας μαζί, Μ. Χατζιδάκις, Μ. Θεοδωράκης
Στην Ελλάδα αυτή η κίνηση, παρά το γεγονός ότι είχε χρόνια επώασης, ξεκινάει το 1960, χωρίς αντιγραφές και φτηνό στίχο αλλά με τη χρήση ποίησης και ποιητικών τρόπων έκφρασης. Οι βασικοί φορείς της αλλαγής είναι ο Μάνος Χατζιδάκις και ο Μίκης Θεοδωράκης. Ο πρώτος (από το 1940), με προσωπική σφραγίδα, θα διαγράψει μια λαμπρή πορεία, υπηρετώντας το λαϊκό τραγούδι με ευαισθησία και ήθος. Ο δεύτερος με τη στροφή του στη μελοποίηση της ποίησης του Γιάννη Ρίτσου θα πατήσει στο δημοτικό, λαϊκό τραγούδι αλλά και στη βυζαντινή υμνωδία.
Θα τους ακολουθήσουν στο νέο αυτό κλίμα οι συνθέτες: Σταύρος Ξαρχάκος, Δήμος Μούτσης, Γιάννης Μαρκόπουλος, Θάνος Μικρούτσικος, Μάνος Λοΐζος, Σταύρος Κουγιουμτζής. Από την πλευρά της γραφής στίχων, μετά τη μελοποίηση της ποίησης Ρίτσου, Ελύτη, Σεφέρη και τη γραφή για τραγούδι του Νίκου Γκάτσου, θα επιδοθούν οι Λευτέρης Παπαδόπουλος, Μάνος Ελευθερίου, Τάσος Λειβαδίτης και Δημήτρης Χριστοδούλου. Αναπτύσσεται αυτή την εποχή και το «νέο κύμα» με πρωτεργάτη τον Γιάννη Σπανό.

Μια φορά θυμάμαι - Αρλέτα - νέο κύμα


Σε αυτή την ατμόσφαιρα θα κάνει τα πρώτα βήματά του και ο Διονύσης Σαββόπουλος, διαφορετική περίπτωση τροβαδούρου με προσωπικό ύφος, ο οποίος θα επηρεάσει τις επόμενες γενιές.
Η δικτατορία (1967) θα διαδραματίσει σημαντικό ρόλο στην πορεία του τραγουδιού ανακόπτοντάς το. Τότε, το τραγούδι  μέσα σε μεγάλα κοσμικά κέντρα θα είναι ο εκφραστής του νεοπλουτισμού μιας τάξης που ανέρχεται οικονομικά.
Μετά τη μεταπολίτευση το πολιτικό τραγούδι παρουσιάζει μια υπερτροφική παρουσία. –από το 1974 ως το 1977– ωστόσο ύστερα θα εκπέσει, και τα επόμενα τρία χρόνια δημιουργείται το ερωτικό «λαϊκό ποπ».
Από το 1980, λόγω των πολιτικών αλλαγών, θα επιστρέψουν ξανά τα λαϊκά τραγούδια της προηγούμενης εικοσιπενταετίας και η νεοδημιούργητη τάξη θα φέρει στο προσκήνιο καλλιτέχνες δεύτερης διαλογής.
Έκτοτε το τραγούδι θα κοπεί και θα ραφτεί στα μέτρα της ραδιοφωνίας, της τηλεόρασης και του Τύπου.
Ο Σταμάτης Κραουνάκης είναι ένα πολύ καλό δείγμα νεότερων συνθετών, ενώ επίσης τραγουδοποιοί συνεχιστές στα βήματα του Σαββόπουλου είναι ο Λαυρέντης Μαχαιρίτσας, ο Διονύσης Τσακνής, ο Σωκράτης Μάλαμας , ο Αλκίνοος Ιωαννίδης, ο Ορφέας Περίδης, ο Γιάννης Αγγελάκας κ.ά. Από τη δεκαετία του 1970 έχει εμφανισθεί και το ελληνικό ροκ που πατάει κυρίως σε δυτικές μουσικές φόρμες με ελληνικό στίχο. Εκφραστές του είδους θεωρούνται  οι: Παύλος Σιδηρόπουλος, Θανάσης Γκαϊφύλλιας, Δημήτρης Πουλικάκος, Βασίλης Παπακωνσταντίνου κ.ά. Έπειτα ακολουθούν  τα γκρουπ Τρύπες, Ξύλινα Σπαθιά, Διάφανα Κρίνα, Ενδελέχεια.
Μ.Μ.

Πηγή: Γ. Τσάμπρας, Πάπυρος

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου